Ανάμεσα στην αδιαφορία και στα βαμμένα γυαλιά
Υπάρχουν δύο μορφές αποξένωσης από την πολιτική και τα κοινά που, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζουν αντίθετες, καταλήγουν συχνά στο ίδιο αδιέξοδο. Η πρώτη είναι η αδιαφορία, η απόσυρση, η παραίτηση, η άρνηση συμμετοχής. Η δεύτερη είναι η υπερ-στράτευση, όταν ο άνθρωπος δεν βλέπει πλέον τον κόσμο όπως είναι, αλλά όπως του υπαγορεύει το κόμμα, η παράταξη, η ιδεολογική του ταυτότητα. Αν η αδιαφορία είναι σιωπή, τα «βαμμένα κομματικά γυαλιά» είναι μια κραυγή που έχει πάψει να ακούει.
Ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε τον άνθρωπο ζῷον πολιτικόν. Όχι επειδή είναι καταδικασμένος να ανήκει σε παρατάξεις, αλλά επειδή η φύση του τον ωθεί στη συμμετοχή, στον λόγο, στη διάκριση του δικαίου και του άδικου. Όταν ο άνθρωπος αδιαφορεί για τα κοινά, ακρωτηριάζει ένα μέρος της ίδιας του της φύσης. Όμως όταν συμμετέχει χωρίς κρίση, χωρίς απόσταση, χωρίς αυτοαμφισβήτηση, τότε δεν ασκεί πολιτική, απλώς αναπαράγει δοξασίες.
Η αδιαφορία είναι συχνά μια μορφή κόπωσης. Ο πολίτης αποσύρεται λέγοντας «όλοι ίδιοι είναι», προστατεύοντας έτσι τον εαυτό του από την απογοήτευση. Ωστόσο, όπως προειδοποιούσε η Χάννα Άρεντ, το κακό δεν θριαμβεύει μόνο μέσω φανατισμού, αλλά και μέσω της απουσίας σκέψης. Η μη-συμμετοχή αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε εκείνους που επιθυμούν την εξουσία χωρίς λογοδοσία.
Αν όμως η αδιαφορία είναι επικίνδυνη, τα βαμμένα κομματικά γυαλιά είναι διαβρωτικά. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου η πραγματικότητα φιλτράρεται επιλεκτικά, τα ίδια γεγονότα γίνονται είτε «επιτυχία» είτε «προδοσία», ανάλογα με το ποιος τα πράττει. Η αλήθεια παύει να είναι ζητούμενο, γίνεται απλώς εργαλείο. Όπως έγραφε ο Τζορτζ Όργουελ, «η πολιτική γλώσσα έχει σχεδιαστεί για να κάνει τα ψέματα να ακούγονται αληθινά». Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική όραση.
Η Σιμόν Βέιλ υπήρξε ιδιαίτερα καυστική απέναντι στο κομματικό πνεύμα, το οποίο θεωρούσε πνευματική ασθένεια. Κατά τη σκέψη της, το κόμμα δεν ζητά από το μέλος του να σκεφτεί, αλλά να υπακούσει. Η αφοσίωση μετατοπίζεται από την αλήθεια στη γραμμή, από τη συνείδηση στη συλλογική ταυτότητα. Έτσι, ο άνθρωπος παύει να είναι υπεύθυνο υποκείμενο και γίνεται φορέας συνθημάτων.
Ο Πλάτων, στην αλληγορία του σπηλαίου, περιέγραψε ανθρώπους αλυσοδεμένους που περνούν τη ζωή τους κοιτώντας σκιές και νομίζοντάς τες πραγματικότητα. Τα κομματικά γυαλιά λειτουργούν σαν σύγχρονες αλυσίδες, δεν μας εμποδίζουν να βλέπουμε, αλλά μας επιβάλλουν τι να βλέπουμε. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι συχνά τις φοράμε πρόθυμα, γιατί μας προσφέρουν βεβαιότητα σε έναν αβέβαιο κόσμο.
Η ουσιαστική πολιτική στάση δεν βρίσκεται ούτε στην απόσυρση ούτε στην τυφλή στράτευση. Βρίσκεται στη δύσκολη αρετή της κριτικής συμμετοχής. Να μετέχεις, αλλά να αμφισβητείς, να ανήκεις, αλλά να μην παραδίδεσαι, να παίρνεις θέση, αλλά να είσαι έτοιμος να την αναθεωρήσεις. Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ υπερασπίστηκε την αξία της αντίθετης γνώμης ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, γιατί ακόμη και το λάθος μάς αναγκάζει να σκεφτούμε βαθύτερα το σωστό.
Τελικά, η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι μόνο οι αδιάφοροι, αλλά και οι βέβαιοι. Εκείνοι που πιστεύουν ότι κατέχουν την αλήθεια ολοκληρωτικά και την αναγνωρίζουν μόνο όταν φορά τα χρώματά τους. Αν η αδιαφορία νεκρώνει την πολιτική ζωή, τα βαμμένα κομματικά γυαλιά την παραμορφώνουν. Και στις δύο περιπτώσεις, το ζητούμενο παραμένει το ίδιο, η επιστροφή της σκέψης, της ευθύνης και της ηθικής στο κέντρο του δημόσιου βίου.
Διότι, όπως θα μπορούσε να συνοψίσει ο Σωκράτης, «ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να βιώνεται», και το ίδιο ισχύει και για την ανεξέταστη πολιτική πίστη.
Μιχάλης Γρηγορίου