Θέληση και Επιθυμία. Η Διπλή Κίνηση της Ανθρώπινης Ύπαρξης

Θέληση και Επιθυμία. Η Διπλή Κίνηση της Ανθρώπινης Ύπαρξης

Στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης διαγράφεται μια βαθιά εσωτερική διάκριση, εκείνη μεταξύ της Θέλησης και της Επιθυμίας. Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς ψυχολογική, είναι μεταφυσική, ηθική και υπαρξιακή. Αποτελεί, ίσως, το θεμέλιο της ανθρώπινης ελευθερίας και συγχρόνως την πηγή της σύγχυσης και της πλάνης.

Η Επιθυμία, όπως περιγράφεται στο παραπάνω απόσπασμα, δεν είναι απλώς μια παροδική ορμή, είναι μια πρωταρχική δημιουργική δύναμη, διάχυτη σε ολόκληρο το Σύμπαν. Στην πλατωνική σκέψη, η επιθυμία (ἔρως) θεωρείται κινητήριος δύναμη προς το αγαθό, αλλά ταυτόχρονα δύναται να εκτραπεί και να καθηλώσει την ψυχή στο αισθητό. Ο Πλάτων στον «Φαίδρο» σημειώνει ότι η ψυχή μοιάζει με άρμα που το οδηγούν δύο ίπποι, ο ένας ευγενής και πειθαρχημένος, ο άλλος ατίθασος και παρορμητικός. Η επιθυμία, όταν δεν καθοδηγείται, γίνεται αυτός ο ατίθασος ίππος.

Αντίθετα, η Θέληση ανήκει σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης. Δεν είναι απλώς επιλογή, είναι κατεύθυνση συνειδητή, σταθερή και δημιουργική. Είναι η δύναμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να υπερβαίνει τον εαυτό του. Ο Ιμμάνουελ Καντ γράφει: «Τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί καλό χωρίς περιορισμό, παρά μόνο μια καλή θέληση». Εδώ η θέληση δεν είναι επιθυμία, είναι ηθική απόφαση, ανεξάρτητη από τις παρορμήσεις.

Η σύγχυση μεταξύ των δύο αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη αυταπάτη του ανθρώπου. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι «θέλουν», ενώ στην πραγματικότητα «επιθυμούν». Η επιθυμία μεταβάλλεται, εξαρτάται από εξωτερικά ερεθίσματα και παρασύρει το άτομο σε μια αέναη αναζήτηση ικανοποίησης. Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ, που έθεσε τη «βούληση» στο κέντρο της φιλοσοφίας του, παρατήρησε ότι «η ζωή ταλαντεύεται σαν εκκρεμές ανάμεσα στον πόνο και την ανία». Αυτό συμβαίνει διότι η επιθυμία, όταν ικανοποιείται, γεννά ανία, και όταν δεν ικανοποιείται, γεννά πόνο.

Ωστόσο, η θέληση, δεν ταυτίζεται με τη «τυφλή βούληση» του Σοπενχάουερ. Αντίθετα, προσεγγίζει περισσότερο την έννοια της συνειδητής πνευματικής δύναμης. Είναι η δύναμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να διαμορφώσει τον εαυτό του όχι ως προϊόν των περιστάσεων, αλλά ως έκφραση ενός ανώτερου προορισμού. Ο Φρίντριχ Νίτσε, αν και μιλά για «θέληση για δύναμη», αγγίζει μια παρόμοια ιδέα όταν γράφει: «Γίνε αυτό που είσαι». Η θέληση εδώ είναι η δύναμη αυτοπραγμάτωσης.

Το κρίσιμο σημείο, λοιπόν, δεν είναι η εξάλειψη της επιθυμίας, αλλά ο εξαγνισμός της. Η επιθυμία, ως κοσμική δύναμη, δεν είναι καθεαυτή κακή, γίνεται καταστροφική όταν λειτουργεί ασυνείδητα. Η πειθαρχία της δεν σημαίνει καταπίεση, αλλά μεταμόρφωση. Στον βουδισμό, αυτή η διαδικασία περιγράφεται ως υπέρβαση της «δίψας», όχι μέσω άρνησης της ζωής, αλλά μέσω κατανόησης της φύσης της επιθυμίας.

Η θέληση, αντιθέτως, πρέπει να αφυπνιστεί. Δεν είναι δεδομένη, είναι εν δυνάμει. Χρειάζεται άσκηση, αυτογνωσία και σταθερότητα. Ο Επίκτητος τονίζει: «Δεν μας ταράζουν τα πράγματα, αλλά οι γνώμες που έχουμε για τα πράγματα». Η θέληση εκδηλώνεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα να αναδιαμορφώνουμε τη στάση μας απέναντι στον κόσμο.

Η γνώση και η θέληση, αποτελούν τα εργαλεία του εξαγνισμού. Η γνώση φωτίζει, η θέληση κατευθύνει. Χωρίς γνώση, η θέληση γίνεται τυφλή επιμονή, χωρίς θέληση, η γνώση παραμένει αδρανής.

Τελικά, ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο δημιουργικές δυνάμεις:

την επιθυμία που τον τραβά προς το πολλαπλό και το εφήμερο,

και τη θέληση που τον ανυψώνει προς το ενιαίο και το αιώνιο.

Η ζωή του γίνεται το πεδίο όπου αυτές οι δυνάμεις συγκρούονται, συνυπάρχουν και, ενίοτε, εναρμονίζονται.

Το έργο του ανθρώπου, λοιπόν, είναι πράγματι διπλό:

να μάθει να θέλει

και να μάθει να επιθυμεί σωστά.

Διότι μόνο τότε η επιθυμία παύει να είναι τυφλή και γίνεται φως, και η θέληση παύει να είναι αγώνας και γίνεται δημιουργία.

Και ίσως τότε, όπως θα έλεγε και ο Πλωτίνος, «η ψυχή θυμάται την καταγωγή της» και επιστρέφει στο φως από το οποίο προήλθε.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου