Όταν τα Αντικείμενα Ζητούν Αγάπη και οι Άνθρωποι Ξεχνιούνται

Όταν τα Αντικείμενα Ζητούν Αγάπη και οι Άνθρωποι Ξεχνιούνται

Υπάρχουν άνθρωποι που υψώνουν γύρω τους έναν αόρατο θρόνο πραγμάτων. Αντικείμενα τακτοποιημένα με ευλάβεια, φορτισμένα με μνήμες, συναισθήματα και προσωπικές αφηγήσεις. Σε αυτά αποδίδουν αξία σχεδόν ιερή, συχνά μεγαλύτερη από εκείνη που παραχωρούν στους ίδιους τους ανθρώπους. Και όταν η στάση αυτή αμφισβητείται, η απάντηση είναι έτοιμη: «Τα αντικείμενα έχουν για μένα συναισθηματική αξία». Έτσι, η προτεραιότητα των πραγμάτων δικαιολογείται ως μια μορφή εσωτερικής ανάγκης, σχεδόν ως πράξη αυτοπροστασίας.

Όμως εδώ γεννιέται το φιλοσοφικό ερώτημα. Πώς γίνεται κάτι άψυχο να καταλαμβάνει χώρο που κανονικά ανήκει στη ζωντανή, απρόβλεπτη και απαιτητική παρουσία του Άλλου;

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ μιλούσε για τον κόσμο των «πραγμάτων» ως Zuhanden, ως εργαλεία δηλαδή που αποκτούν νόημα μόνο μέσα στη χρήση και στη σχέση. Όταν όμως το πράγμα παύει να είναι μέσο και γίνεται σκοπός, τότε η σχέση αντιστρέφεται. Δεν κατέχουμε εμείς τα αντικείμενα, αλλά εκείνα κατέχουν εμάς. Η συναισθηματική αξία, αντί να λειτουργεί ως γέφυρα μνήμης, μετατρέπεται σε τείχος απομόνωσης.

Ο Έριχ Φρομ, στο κλασικό έργο του «Έχειν ή Είναιν», έγραφε:

«Αν είμαι αυτό που έχω και αν αυτό που έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι;»

Η προσκόλληση στα αντικείμενα συχνά κρύβει έναν υπαρξιακό φόβο. Τον φόβο της απώλειας, της ρευστότητας των ανθρώπινων σχέσεων, της απογοήτευσης. Τα πράγματα δεν εγκαταλείπουν, δεν αντιμιλούν, δεν απαιτούν ηθική ευθύνη. Παραμένουν εκεί, σιωπηλά, προσφέροντας μια ψευδαίσθηση σταθερότητας.

Ωστόσο, αυτή η σταθερότητα είναι απατηλή. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι «καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Οι ανθρώπινες σχέσεις εμπεριέχουν ρίσκο, σύγκρουση, ευθύνη. Αντίθετα, η προσκόλληση στα αντικείμενα μοιάζει με φυγή από αυτήν την ελευθερία. Είναι ευκολότερο να αγαπήσεις κάτι που δεν μπορεί να σε απορρίψει.

Ακόμη και όταν τα αντικείμενα λειτουργούν ως φορείς μνήμης, ένα παλιό γράμμα, ένα ρολόι, ένα ρούχο, η αξία τους δεν είναι εγγενής. Είναι δανεική. Προέρχεται από ανθρώπους, από σχέσεις, από στιγμές ζωής. Όπως σημείωνε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, «η αύρα» των πραγμάτων υπάρχει μόνο όσο αυτά παραμένουν δεμένα με το ανθρώπινο βίωμα. Όταν όμως το βίωμα αντικαθίσταται από το αντικείμενο, τότε η μνήμη παγώνει και η σχέση νεκρώνεται.

Η υπερτίμηση των πραγμάτων εις βάρος των ανθρώπων είναι τελικά μια μορφή υπαρξιακής σύγχυσης. Αντί να βλέπουμε τα αντικείμενα ως ίχνη σχέσεων, τα μετατρέπουμε σε υποκατάστατα σχέσεων. Κι έτσι, ενώ πιστεύουμε πως προστατεύουμε την ευαισθησία μας, στην πραγματικότητα την περιορίζουμε.

Ο άνθρωπος, όπως έγραφε ο Αριστοτέλης, είναι «ζῷον πολιτικόν». Η ολοκλήρωσή του δεν βρίσκεται στην κατοχή, αλλά στη σχέση, στον διάλογο, στη συνύπαρξη. Τα αντικείμενα μπορούν να μας θυμίζουν ποιοι υπήρξαμε, οι άνθρωποι όμως είναι εκείνοι που μας επιτρέπουν να γίνουμε κάτι περισσότερο από αυτό που είμαστε.

Ίσως, λοιπόν, το αληθινό ερώτημα δεν είναι πόση συναισθηματική αξία έχουν τα πράγματα, αλλά πόσο θάρρος έχουμε να επενδύσουμε ξανά αυτή την αξία στους ανθρώπους, με όλο το ρίσκο, την αβεβαιότητα και την αλήθεια που αυτό συνεπάγεται.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου