Η συγγνώμη ως εσωτερικό πέρασμα

Η συγγνώμη ως εσωτερικό πέρασμα

Η λέξη «συγγνώμη» μοιάζει απλή, μα δεν είναι. Στην επιφάνειά της φέρει μια ιδιόμορφη βαρύτητα, σαν να κουβαλά περισσότερο νόημα απ’ όσο αντέχει η καθημερινή χρήση της. Η ορθογραφία της, πυκνή και δύσβατη, με σύμφωνα που διαδέχονται το ένα το άλλο, μοιάζει να καθρεφτίζει την εσωτερική της δυσκολία. Τίποτα σε αυτή τη λέξη δεν κυλά αβίαστα. Και ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο.

Η συγγνώμη δεν ανήκει πρωτίστως στη γλώσσα αλλά στη συνείδηση. Πριν γίνει ήχος, είναι επίγνωση. Πριν ειπωθεί, είναι αποδοχή. Ο άνθρωπος συχνά τη νιώθει πολύ πριν την προφέρει, όπως νιώθει την αλήθεια πριν την τολμήσει. Υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στο «καταλαβαίνω ότι έσφαλα» και στο «ζητώ συγγνώμη», κι αυτό το χάσμα είναι ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί.

Ο Σωκράτης υποστήριζε ότι το κακό πηγάζει από την άγνοια. Αν αυτό ισχύει, τότε η συγγνώμη γεννιέται τη στιγμή που η άγνοια υποχωρεί και τη θέση της παίρνει η γνώση του εαυτού. «Γνῶθι σαυτόν» δεν σημαίνει μόνο να γνωρίζεις τις δυνατότητές σου, αλλά και τα όριά σου, τα σφάλματά σου, τις πληγές που προκάλεσες. Χωρίς αυτή τη γνώση, η συγγνώμη παραμένει κενός ήχος, κοινωνική σύμβαση, όχι υπαρξιακή πράξη.

Ο Αριστοτέλης, μιλώντας για την αρετή, τόνιζε ότι δεν αρκεί να πράττουμε το σωστό, αλλά να το πράττουμε συνειδητά και εκούσια. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τη συγγνώμη. Δεν είναι αρετή επειδή λέγεται, αλλά επειδή πηγάζει από μια εσωτερική μετατόπιση, από τη μετακίνηση του βλέμματος από το «εγώ» προς τον «άλλον». Είναι μια στιγμή όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι δεν είναι το κέντρο του κόσμου.

Στη νεότερη φιλοσοφία, ο Καντ συνδέει την ηθική με την ευθύνη. Ο άνθρωπος είναι ηθικό ον επειδή μπορεί να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. Η συγγνώμη, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι αδυναμία αλλά έκφραση ηθικής ωριμότητας. Είναι η έμπρακτη αναγνώριση ότι οι πράξεις μας έχουν συνέπειες που μας δεσμεύουν. Δεν ζητώ συγγνώμη για να απαλλαγώ, αλλά για να σταθώ απέναντι στο αποτέλεσμα του εαυτού μου.

Ο Χάνα Άρεντ, στοχάζοντας πάνω στη συγχώρεση, σημείωνε ότι χωρίς αυτήν ο άνθρωπος θα ήταν αιχμάλωτος των πράξεών του, ανίκανος να ξεκινήσει κάτι νέο. Η συγγνώμη, λοιπόν, ανοίγει τον χρόνο. Δεν αλλάζει το παρελθόν, αλλά απελευθερώνει το μέλλον. Είναι μια ρωγμή στην αλυσίδα της αιτιότητας, μια μικρή επανάσταση ενάντια στο «ό,τι έγινε, έγινε».

Ωστόσο, ο δρόμος μέχρι να ειπωθεί παραμένει μακρύς. Στέκεται εμπόδιο ο εγωισμός, ο φόβος της έκθεσης, η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Ο Νίτσε έβλεπε την ταπείνωση με καχυποψία, ως πιθανή άρνηση της ζωτικής δύναμης. Κι όμως, η αυθεντική συγγνώμη δεν είναι άρνηση της δύναμης, αλλά μεταμόρφωσή της, δύναμη να σταθείς γυμνός απέναντι στον άλλον χωρίς άμυνα.

Ίσως, τελικά, η συγγνώμη να μην είναι λέξη αλλά πράξη ύπαρξης. Ένα εσωτερικό πέρασμα από τη βεβαιότητα στην επίγνωση, από την αυτάρκεια στη σχέση. Και γι’ αυτό παραμένει δύσκολη. Γιατί ζητώντας συγγνώμη, ο άνθρωπος δεν αλλάζει μόνο μια στιγμή, αλλάζει, έστω και ανεπαίσθητα, τον εαυτό του.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου