Η Αξιοπρέπεια δεν χρειάζεται μάρτυρες

Η Αξιοπρέπεια δεν χρειάζεται μάρτυρες

Υπάρχει μια σιωπηλή εξάντληση που γεννιέται όταν προσπαθούμε διαρκώς να αποδείξουμε την αξία μας σε ανθρώπους που έχουν ήδη αποφασίσει να μας παρεξηγούν. Δεν είναι η διαφωνία που κουράζει, είναι η ματαιότητα. Είναι το αίσθημα ότι μιλάς σε μια πόρτα κλειστή, όχι επειδή δεν άκουσε, αλλά επειδή δεν θέλει να ανοίξει.

Η παρεξήγηση, όταν είναι καλοπροαίρετη, μπορεί να γίνει γόνιμο έδαφος διαλόγου. Όταν όμως είναι απόφαση, γίνεται ταυτότητα. Και τότε κάθε σου λέξη, κάθε σου πράξη, δεν αξιολογείται γι’ αυτό που είναι, αλλά για να επιβεβαιώσει ένα ήδη ειλημμένο συμπέρασμα. Σε αυτή την περίπτωση, η προσπάθεια αυτοδικαίωσης δεν είναι αρετή, είναι παγίδα.

Ο Επίκτητος μας υπενθυμίζει: «Δεν μας ταράζουν τα πράγματα, αλλά οι κρίσεις που σχηματίζουμε γι’ αυτά.»

Όταν όμως παραδίδουμε την αξία μας στις κρίσεις των άλλων, τους δίνουμε εξουσία όχι μόνο πάνω στην εικόνα μας, αλλά και πάνω στην εσωτερική μας γαλήνη. Κι αυτή είναι μια εξουσία που κανένας δεν δικαιούται χωρίς τη συγκατάθεσή μας.

Υπάρχει κάτι βαθιά φιλοσοφικό στο να σταματάς. Να σταματάς να εξηγείς, να απολογείσαι, να «διορθώνεις» μια αφήγηση που δεν έγραψες εσύ. Ο Μάρκος Αυρήλιος γράφει στα Εις Εαυτόν: «Η αξία σου δεν μειώνεται από την αδυναμία κάποιου να τη δει.»

Αυτό δεν είναι αδιαφορία, είναι διάκριση. Είναι η κατανόηση ότι δεν είναι κάθε ακροατήριο άξιο της αλήθειας σου.

Ο Σωκράτης, στην Απολογία του Πλάτωνα, δεν προσπαθεί να γίνει αρεστός στους δικαστές του. Επιμένει στην αλήθεια του, γνωρίζοντας ότι αυτή η επιμονή ίσως του κοστίσει τη ζωή. Δεν θυσιάζει όμως τον εαυτό του για να διαλύσει μια παρεξήγηση που πηγάζει από φόβο και καχυποψία. Υπάρχει εδώ ένα μάθημα σκληρό αλλά καθαρό, κάποιες παρεξηγήσεις δεν λύνονται, απλώς αποκαλύπτουν.

Ο Νίτσε, με τον οξύ του τόνο, μας προειδοποιεί: «Όποιος ζει για την επιδοκιμασία των άλλων, χάνει τον εαυτό του στο πλήθος.»

Όταν προσπαθείς διαρκώς να αποδείξεις την αξία σου σε εκείνους που δεν θέλουν να τη δουν, αρχίζεις σιγά σιγά να ζεις όχι τη ζωή σου, αλλά την υπεράσπισή της. Και αυτό είναι μια μορφή υπαρξιακής αλλοτρίωσης.

Το να σταματήσεις, λοιπόν, δεν είναι παραίτηση. Είναι μια πράξη αυτοσεβασμού. Είναι η στροφή προς τα μέσα, εκεί όπου η αξία δεν χρειάζεται μάρτυρες. Ο Κίρκεγκωρ έλεγε ότι «το πλήθος είναι το ψέμα», όχι επειδή οι άνθρωποι είναι κακοί, αλλά επειδή η αλήθεια είναι πάντα προσωπική υπόθεση, ευάλωτη όταν εκτίθεται σε μαζικές, βιαστικές κρίσεις.

Για πάντα, λες. Και σωστά. Όχι με πείσμα, αλλά με ηρεμία. Γιατί κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι η ενέργεια που ξοδεύεις για να αποδείξεις ποιος είσαι, είναι η ίδια ενέργεια που χρειάζεσαι για να γίνεις αυτό που είσαι. Και τότε επιλέγεις.

Να μην απολογείσαι σε όσους δεν ρωτούν,

να μην εξηγείς σε όσους δεν ακούν,

να μην αποδεικνύεις σε όσους έχουν ήδη καταδικάσει.

Επιλέγεις να ζήσεις, όχι να δικαιολογείσαι.

Και αυτή ίσως είναι η πιο ώριμη μορφή ελευθερίας.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου