Όταν η Εσωτερική Άνοδος Γίνεται Απόσταση
Η απομάκρυνση από ό,τι μας κρατά πίσω δεν είναι πράξη φυγής, είναι πράξη βαθιάς φροντίδας. Είναι το πρώτο, και συχνά το πιο οδυνηρό, βήμα προς την εσωτερική μας ωρίμανση. Καθώς εξελισσόμαστε, δεν αλλάζει μόνο ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο, αλλάζει και ο τρόπος που ο κόσμος μας βλέπει. Και αυτή η μεταβολή δεν είναι πάντα καλοδεχούμενη.
Όσο ψηλώνουμε μέσα μας, όσο διευρύνουμε τη συνείδησή μας και τολμούμε να σταθούμε πιο κοντά στην αλήθεια μας, τόσο πιο έντονη γίνεται η παρουσία μας. Όχι απαραίτητα με θόρυβο ή επιβολή, αλλά με εκείνη τη σιωπηρή δύναμη που ταράζει όσους έχουν μάθει να ζουν σε χαμηλά, γνώριμα ύψη. Η σκιά μας, τότε, γίνεται ενοχλητική. Όχι επειδή μεγαλώσαμε εις βάρος των άλλων, αλλά επειδή η δική μας κίνηση αποκαλύπτει τη δική τους ακινησία.
Ο Ηράκλειτος μας υπενθυμίζει πως «τα πάντα ρει», πως τίποτα δεν μένει σταθερό. Κι όμως, ο άνθρωπος συχνά προσκολλάται στην ψευδαίσθηση της ακινησίας, γιατί η κίνηση απαιτεί ρίσκο. Εκείνοι που επιλέγουν να μείνουν αγκυροβολημένοι στο γνώριμο βιώνουν την εξέλιξη του άλλου ως απειλή. Όχι γιατί ο άλλος τους εγκαταλείπει, αλλά γιατί τους καθρεφτίζει. Κάθε βήμα προς τα εμπρός γίνεται υπενθύμιση όλων όσων δεν τόλμησαν, όλων όσων ανέβαλαν «για αργότερα», ενώ ο χρόνος, αδιάφορος, συνεχίζει να στενεύει τα περιθώρια.
Ο Σαρτρ έλεγε πως «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Η ελευθερία, όμως, δεν είναι ποτέ ανέξοδη. Φέρει το βάρος της ευθύνης και της μοναξιάς. Γιατί όταν επιλέγουμε να γίνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε, παύουμε να χωράμε σε σχέσεις που βασίζονταν στην παλιά μας εκδοχή, την ήσυχη, την προβλέψιμη, την ακίνδυνη. Εκείνη που δεν ανατάραζε τα νερά της μετριότητας των άλλων.
Έτσι γεννιέται μια λεπτή, σχεδόν αόρατη μοναξιά. Όχι η μοναξιά της απουσίας ανθρώπων, αλλά της απουσίας χώρου. Σχέσεις όπου το «εγώ» του άλλου καταλαμβάνει κάθε γωνιά, αφήνοντας ελάχιστο οξυγόνο για να αναπνεύσουμε. Εκεί, η απομάκρυνση δεν είναι απόρριψη, είναι αυτοπροστασία. Είναι η αναγνώριση ότι η συνύπαρξη χωρίς αμοιβαία εξέλιξη μετατρέπεται σιγά σιγά σε ασφυξία.
Ο Νίτσε μιλούσε για τον άνθρωπο ως «ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο». Η μετάβαση αυτή δεν είναι συλλογική, είναι βαθιά προσωπική. Και συχνά μοναχική. Όσοι δεν επιθυμούν να περπατήσουν το σκοινί, προτιμούν την ασφάλεια του εδάφους. Κι έτσι, οι δρόμοι μοιραία χωρίζουν. Όχι από κακία, αλλά από διαφορετικό βάθος επιθυμίας για ζωή.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπηρή απόσταση ανθίζει κάτι πολύτιμο, η αίσθηση της ελευθερίας. Εκείνη η εσωτερική ηρεμία που γεννιέται όταν παύουμε να συρρικνώνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε. Ο Επίκτητος μας δίδαξε πως δεν ελέγχουμε τα εξωτερικά γεγονότα, αλλά τη στάση μας απέναντί τους. Και ίσως η πιο γενναία στάση είναι να συνεχίσουμε να προχωράμε, χωρίς πικρία, χωρίς θυμό, αλλά με σταθερότητα και αγάπη.
Γιατί η αληθινή απομάκρυνση δεν είναι πράξη εχθρότητας. Είναι πράξη καλοσύνης, πρώτα προς τον εαυτό μας και έπειτα προς τους άλλους. Είναι η σιωπηρή αποδοχή ότι δεν μπορούν όλοι να μας ακολουθήσουν στο ίδιο μονοπάτι, και ότι αυτό είναι εντάξει.
Το πιο σημαντικό βήμα φροντίδας που θα κάνουμε ποτέ είναι να απομακρυνθούμε από ό,τι μας κρατά πίσω. Όχι για να υψωθούμε πάνω από τους άλλους, αλλά για να σταθούμε πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είμαστε. Και να συνεχίσουμε, πάντα, μέσα από το κανάλι της αγάπης και της καλοσύνης, ακόμη κι όταν ο δρόμος γίνεται πιο μοναχικός.
Μιχάλης Γρηγορίου