Από την Κατωτερότητα στην Ψευδαίσθηση της Ανωτερότητας. Η Σιωπηλή Τραγωδία της Ανθρώπινης Σύγκρισης
Το ουσιαστικό ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι το «από πού έρχομαι», αλλά το «προς τα πού κατευθύνομαι». Σε αυτό το «προς τα πού» αποκαλύπτεται όχι μόνο η πορεία, αλλά και η βαθύτερη πρόθεση του ανθρώπου. Όπως υποστήριξε ο Άλφρεντ Άντλερ, ο άνθρωπος δεν καθορίζεται τόσο από το παρελθόν του όσο από τον στόχο που (συνειδητά ή ασυνείδητα) επιδιώκει. Ο τελικός του σκοπός λειτουργεί ως αόρατος άξονας που οργανώνει τη συμπεριφορά του.
Ωστόσο, αυτή η πορεία δεν είναι πάντα ευθύγραμμη ούτε αυθεντική. Συχνά, ο άνθρωπος εγκλωβίζεται σε ένα παράδοξο, γνωρίζει, αλλά δεν κατανοεί, βλέπει, αλλά δεν αναγνωρίζει. Ο ίδιος ο Άντλερ σημείωνε πως «ο άνθρωπος γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα καταλαβαίνει», υποδηλώνοντας ότι η αυτογνωσία δεν είναι αυτονόητη, αλλά αποτέλεσμα εσωτερικής εργασίας.
Τα αισθήματα κατωτερότητας δεν είναι από μόνα τους παθολογικά, αντίθετα, αποτελούν κινητήριο δύναμη εξέλιξης. Το πρόβλημα γεννιέται όταν αυτά τα αισθήματα δεν αναγνωρίζονται και δεν μετασχηματίζονται δημιουργικά. Τότε, αντί να οδηγήσουν σε ανάπτυξη, μετατρέπονται σε μόνιμη εσωτερική κατάσταση.
Ο Φρίντριχ Νίτσε είχε επισημάνει πως: «Όποιος πολεμά με τέρατα πρέπει να προσέχει μήπως γίνει κι ο ίδιος τέρας».
Στην περίπτωση της κατωτερότητας, το «τέρας» δεν είναι εξωτερικό, είναι η ίδια η αίσθηση ανεπάρκειας που, αν δεν αναγνωριστεί, μεταμφιέζεται.
Όταν ο άνθρωπος αδυνατεί να αντέξει το βάρος της κατωτερότητας, επιστρατεύει έναν μηχανισμό άμυνας, την ψευδο-ανωτερότητα. Δεν πρόκειται για αληθινή υπεροχή, αλλά για ένα κατασκεύασμα που λειτουργεί ως αντιστάθμισμα.
Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ έγραφε: «Η υπερηφάνεια είναι η πεποίθηση της αξίας μας, ενώ η ματαιοδοξία η επιθυμία να τη δουν οι άλλοι».
Ο ψευδο-ανώτερος άνθρωπος δεν είναι πραγματικά υπερήφανος, είναι βαθιά εξαρτημένος από την αναγνώριση των άλλων. Καυχιέται, υποτιμά, ανταγωνίζεται, όχι γιατί είναι ισχυρός, αλλά γιατί φοβάται πως δεν είναι.
Η ζήλια αποτελεί ίσως την πιο διαβρωτική εκδήλωση αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης. Δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου. Ο ζηλόφθονος άνθρωπος δεν βλέπει τον άλλον ως συνοδοιπόρο, αλλά ως απειλή.
Ο Μπαρούχ Σπινόζα όριζε τη ζήλια ως «τη λύπη που συνοδεύεται από την ιδέα της επιτυχίας κάποιου άλλου». Αυτή η λύπη δεν είναι παθητική, μετατρέπεται σε θυμό, σύγκριση, και τελικά σε εσωτερική φθορά.
Σε στιγμές έντονης ζήλιας, ο άνθρωπος αποσυνδέεται από τον εαυτό του. Ξεχνά τις δικές του δυνατότητες, τις επιτυχίες του, την αξία του. Ζει μέσα από έναν καθρέφτη που αντικατοπτρίζει μόνο τους άλλους. Και μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη, πάντα υστερεί.
Η ανάγκη ελέγχου και κυριαρχίας είναι συχνά η τελευταία άμυνα ενός ανθρώπου που νιώθει αδύναμος. Ο Έριχ Φρομ έγραφε: «Η ανάγκη για εξουσία δεν πηγάζει από δύναμη, αλλά από αδυναμία».
Ο άνθρωπος που επιδιώκει να «ρουφήξει» τη δύναμη των άλλων, στην πραγματικότητα έχει χάσει την επαφή με τη δική του. Οι σχέσεις του γίνονται πεδίο μάχης, όχι συνεργασίας. Και έτσι, ενώ επιδιώκει να υψωθεί, απομονώνεται.
Μπορεί να υπάρξει διέξοδος;
Το ερώτημα αν αυτοί οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι δεν έχει απόλυτη απάντηση. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι στατική. Ωστόσο, η αλλαγή προϋποθέτει επίγνωση.
Ο Σόρεν Κίρκεγκωρ σημείωνε: «Το μεγαλύτερο ρίσκο είναι να χάσεις τον εαυτό σου και αυτό μπορεί να συμβεί πολύ ήσυχα».
Η επίγνωση της ζήλιας, της κατωτερότητας και των μηχανισμών άμυνας είναι το πρώτο βήμα. Χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν κύκλο που αυτοτροφοδοτείται.
Ο υγιής άνθρωπος δεν είναι αυτός που δεν συγκρίνεται ποτέ, αλλά αυτός που δεν ορίζει την αξία του μέσα από τις συγκρίσεις. Έχει το «κέντρο βάρους» μέσα του. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κάτι, ούτε να αντλήσει δύναμη από τους άλλους.
Ο Καρλ Γιουνγκ έλεγε: «Όποιος κοιτάζει έξω, ονειρεύεται, όποιος κοιτάζει μέσα, ξυπνά».
Η εσωτερική στροφή είναι η μόνη πραγματική απελευθέρωση. Εκεί όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζει τις αδυναμίες του χωρίς να τις φοβάται, και τις μετατρέπει σε πεδίο ανάπτυξης.
Η ζήλια, η κατωτερότητα και η ψευδο-ανωτερότητα δεν είναι απλώς ψυχολογικές καταστάσεις, είναι υπαρξιακές παγίδες. Ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αυτές, ζει σε έναν κόσμο σύγκρισης, ανταγωνισμού και εσωτερικής έντασης.
Κι όμως, η διέξοδος υπάρχει, όχι προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα.
Γιατί τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι «ποιος είναι ο άλλος…;»
αλλά «ποιος γίνομαι εγώ;»
Μιχάλης Γρηγορίου