Όταν η γλώσσα τρέχει πιο γρήγορα από την σκέψη

Όταν η γλώσσα τρέχει πιο γρήγορα από την σκέψη

Στις ανθρώπινες σχέσεις, συχνά το πρόβλημα δεν είναι η πρόθεση αλλά η ταχύτητα. Δεν είναι το κακό που θέλουμε να κάνουμε, αλλά το καλό που δεν προλάβαμε να σκεφτούμε. Η εν θερμώ αντίδραση, εκείνη η αυθόρμητη έκρηξη λόγου που προηγείται της σκέψης, μοιάζει αθώα, κι όμως, μπορεί να τραυματίσει βαθύτερα από μια συνειδητή προσβολή. Γι’ αυτό και η λαϊκή σοφία επιμένει, πρέπει να βουτάμε τη γλώσσα στο μυαλό πριν μιλήσουμε.

Ο λόγος είναι δύναμη. Δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας, αλλά πράξη. Όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος είναι «ζῷον λόγον ἔχον», ο λόγος δεν είναι στολίδι της φύσης μας, αλλά το ίδιο το θεμέλιό της. Όταν μιλάμε, δεν μεταφέρουμε απλώς πληροφορίες, αποκαλύπτουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, τις διαθέσεις, τους φόβους και τις αδυναμίες μας. Γι’ αυτό και ο απερίσκεπτος λόγος συχνά πληγώνει περισσότερο απ’ όσο θα τολμούσε ποτέ η πρόθεση.

Η εν θερμώ αντίδραση γεννιέται από το συναίσθημα που ζητά άμεση διέξοδο. Ο θυμός, η απογοήτευση, η ζήλια ή η ανασφάλεια απαιτούν φωνή. Όμως η φωνή αυτή δεν περνά από το φίλτρο της κατανόησης. Ο Στωικός φιλόσοφος Επίκτητος μας προειδοποιεί ότι «δεν μας ταράζουν τα πράγματα, αλλά οι κρίσεις μας για τα πράγματα». Όταν μιλάμε χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν εκφράζουμε την πραγματικότητα, αλλά τη στιγμιαία μας κρίση γι’ αυτήν, και η κρίση αυτή είναι συχνά στρεβλή.

Έτσι γεννιέται η παρεξήγηση. Ο άλλος δεν ακούει αυτό που εννοούμε, αλλά αυτό που λέμε. Και ανάμεσα στα δύο μπορεί να υπάρχει χάσμα. Ένα σχόλιο ειπωμένο χωρίς πρόθεση προσβολής μπορεί να βιωθεί ως απόρριψη. Μια αυθόρμητη παρατήρηση μπορεί να ακουστεί ως απαξίωση. Ο Μάρτιν Μπούμπερ, μιλώντας για τη σχέση «Εγώ–Εσύ», μας θυμίζει ότι ο άλλος δεν είναι αντικείμενο των λόγων μας, αλλά πρόσωπο που συναντάται. Όταν ο λόγος μας δεν τον σέβεται ως τέτοιο, η σχέση μετατρέπεται σε ρήγμα.

Η σιωπή, αντίθετα, δεν είναι αδυναμία. Είναι χώρος σκέψης. Ο Πασκάλ έγραφε πως «όλα τα δεινά του ανθρώπου προέρχονται από την αδυναμία του να μείνει μόνος και σιωπηλός». Στη σιωπή, ο λόγος ωριμάζει. Εκεί μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε τι νιώθουμε από το τι αξίζει να ειπωθεί. Δεν πρόκειται για καταπίεση του συναισθήματος, αλλά για μεταμόρφωσή του σε λόγο ουσιαστικό και υπεύθυνο.

Το να «βουτάμε τη γλώσσα στο μυαλό» σημαίνει να αναγνωρίζουμε το βάρος των λέξεων. Οι λέξεις δεν εξαφανίζονται μόλις ειπωθούν, εγκαθίστανται στη μνήμη του άλλου. Ο Νίτσε παρατηρούσε ότι «οι λέξεις είναι προκαταλήψεις σε ήχο». Όταν μιλάμε βιαστικά, συχνά αναπαράγουμε προκαταλήψεις, φόβους και παλιές πληγές, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.

Στις σχέσεις κάθε μορφής, φιλικές, ερωτικές, οικογενειακές, επαγγελματικές, ο προσεκτικός λόγος είναι πράξη αγάπης και σεβασμού. Δεν σημαίνει ότι δεν θα συγκρουστούμε, σημαίνει ότι θα συγκρουστούμε με επίγνωση. Ότι θα αφήσουμε τη σκέψη να προηγηθεί της φωνής, ώστε ο λόγος να γίνει γέφυρα και όχι όπλο.

Τελικά, η φιλοσοφία της καθημερινής ομιλίας μας καλεί σε μια απλή αλλά δύσκολη αρετή, την εγκράτεια. Να καθυστερούμε λίγο. Να ακούμε περισσότερο. Να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε λέξη που εκτοξεύεται, υπάρχει μια σχέση που μπορεί είτε να πληγωθεί είτε να βαθύνει. Και αυτή η επιλογή, όσο μικρή κι αν φαίνεται, αρχίζει πάντα από τη σιωπηλή στιγμή πριν μιλήσουμε.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου