Τα Όρια ως Μνήμη του Εαυτού

Τα Όρια ως Μνήμη του Εαυτού

Υπάρχει μια διακριτική αλλά θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στο να υψώνεις φράχτες και στο να χαράζεις όρια. Οι φράχτες είναι στραμμένοι προς τα έξω, χτίζονται από φόβο, από καχυποψία, από την ανάγκη να αποκλειστεί ο άλλος. Τα όρια, αντίθετα, στρέφονται προς τα μέσα. Δεν αποσκοπούν στον έλεγχο του κόσμου, αλλά στη διατήρηση της ακεραιότητας του εαυτού. Είναι, όπως σωστά ειπώθηκε, υπενθυμίσεις, όχι απαγορεύσεις, αλλά υποσχέσεις.

Ο Σπινόζα έγραφε ότι «η ελευθερία δεν είναι η απουσία αναγκαιότητας, αλλά η κατανόησή της». Μέσα σε αυτή τη φράση κρύβεται η ουσία των ορίων, όταν γνωρίζω τι με καταστρέφει, τι με διαλύει ή τι με απομακρύνει από τον βαθύτερο εαυτό μου, τότε το να θέτω όρια δεν είναι περιορισμός αλλά πράξη γνώσης. Δεν λέω «όχι» στον κόσμο, λέω «ναι» σε μια αλήθεια για μένα.

Η σύγχρονη κουλτούρα συχνά εξυμνεί την απεριόριστη διαθεσιμότητα, να είσαι πάντα ανοιχτός, πάντα προσβάσιμος, πάντα έτοιμος να δώσεις. Όμως, όπως παρατηρούσε η Χάννα Άρεντ, «εκεί όπου όλα επιτρέπονται, τίποτα δεν έχει αξία». Αν δεν γνωρίζω πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζει ο άλλος, αν δεν τιμώ τα εσωτερικά μου όρια, τότε η ίδια μου η παρουσία γίνεται ρευστή, χωρίς βάρος και χωρίς ευθύνη.

Το να θέτεις όρια είναι πράξη ωριμότητας γιατί προϋποθέτει αυτογνωσία. Ο Σωκράτης το εξέφρασε απλά και αιώνια: «Γνῶθι σαυτόν». Δεν μπορείς να ορίσεις τι επιτρέπεις στη ζωή σου αν δεν έχεις πρώτα αφουγκραστεί τι πραγματικά χρειάζεσαι, τι φοβάσαι, τι σε εξαντλεί και τι σε ζωογονεί. Τα όρια δεν είναι τοίχοι, είναι σημάδια πάνω στον χάρτη της ψυχής που λένε «εδώ πονάω», «εδώ ανθίζω», «εδώ χάνομαι».

Γι’ αυτό και τα όρια δεν είναι άμυνα. Η άμυνα είναι αντίδραση στον κίνδυνο. Τα όρια είναι μνήμη πριν τον κίνδυνο. Είναι η εσωτερική φωνή που θυμάται παλιές πληγές, παλιές υπερβάσεις, παλιές προδοσίες του εαυτού. Ο Νίτσε έγραφε: «Όποιος έχει ένα γιατί για να ζει, αντέχει σχεδόν κάθε πώς». Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, όποιος θυμάται ποιος είναι, ξέρει και πού να σταθεί.

Όταν λέμε «ο μεγαλύτερός μου αντίπαλος είμαι εγώ», δεν πρόκειται για αυτομομφή αλλά για διαύγεια. Ο εαυτός μας είναι διχασμένος, ένα μέρος θέλει την αλήθεια και την εξέλιξη, κι ένα άλλο αναζητά τη βολή, την αποφυγή, την αυτο-ακύρωση. Ο Φρόυντ μίλησε για αυτή τη σύγκρουση ως πάλη ανάμεσα στο Εγώ και τις ασυνείδητες ορμές. Τα όρια είναι η γλώσσα με την οποία το συνειδητό Εγώ λέει: «Ξέρω πού οδηγεί αυτό. Δεν θα σε ακολουθήσω εκεί».

Έτσι, τα όρια γίνονται πράξεις αυτοσεβασμού. Όχι γιατί απορρίπτουμε τους άλλους, αλλά γιατί αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας. Ο Επίκτητος το έθεσε με απόλυτη λιτότητα: «Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις, θέλε να γίνονται όπως γίνονται, και θα είσαι καλά». Τα όρια δεν αλλάζουν τον κόσμο, αλλάζουν τη στάση μας μέσα στον κόσμο.

Στο τέλος, δεν αμυνόμαστε,  θυμόμαστε. Θυμόμαστε ποιοι είμαστε όταν είμαστε ολόκληροι. Θυμόμαστε τι μας αξίζει. Θυμόμαστε τις σιωπηλές υποσχέσεις που δώσαμε κάποτε στον εαυτό μας, να μη μικρύνουμε για να χωρέσουμε, να μη σιωπήσουμε για να γίνουμε αποδεκτοί, να μη προδώσουμε το κέντρο μας για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας.

Και αυτή η μνήμη, περισσότερο από κάθε τείχος, είναι το πιο ισχυρό μας όριο.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου