Πράττω, άρα Υπάρχω
«Η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης, συμπυκνώνοντας σε μία φράση μια ολόκληρη ανθρωπολογία. Η πράξη δεν είναι απλώς η εφαρμογή μιας ιδέας, είναι η στιγμή της ενσάρκωσής της. Εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να διασπάται ανάμεσα σε ό,τι σκέφτεται και ό,τι είναι, και τολμά να τα ενώσει. Η πράξη γίνεται ιερή όχι επειδή είναι αλάθητη, αλλά επειδή είναι αληθινή.
Η θεωρία, όσο υψηλή κι αν είναι, παραμένει δυνατότητα. Κατοικεί στον χώρο του «θα μπορούσε». Η πράξη, αντίθετα, κατοικεί στο παρόν και φέρει το βάρος της ευθύνης. Όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια, «οὐ γὰρ τὸ εἰδέναι ἀλλὰ τὸ πράττειν τέλος ἐστίν», δεν είναι η γνώση ο σκοπός, αλλά η πράξη. Η αρετή, για τον Σταγειρίτη, δεν είναι ιδέα αλλά έξη, τρόπος ζωής που αποκτάται μέσα από επαναλαμβανόμενες πράξεις. Έτσι, ο άνθρωπος δεν γνωρίζει απλώς το καλό, γίνεται καλός πράττοντάς το.
Η πράξη είναι ιερή, γιατί είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αγκαλιάζει τον εαυτό του. Σ’ αυτή την αγκαλιά χωρούν οι αντιφάσεις, οι φόβοι, οι αμφιβολίες. Δεν πρόκειται για έναν εξιδανικευμένο εαυτό, αλλά για τον πραγματικό, τον εκτεθειμένο. Ο Κίρκεγκωρ γράφει ότι «η αλήθεια είναι η υποκειμενικότητα». Η αλήθεια, δηλαδή, δεν εξαντλείται σε αντικειμενικά σχήματα, αλλά πραγματώνεται στην υπαρξιακή απόφαση. Η πράξη είναι η απόφαση που παίρνει ο άνθρωπος να υπάρξει ως αυτό που είναι, χωρίς εγγυήσεις.
Στην πράξη, ο άνθρωπος ρισκάρει. Και ακριβώς γι’ αυτό αγγίζει το ιερό. Ο Μάρτιν Μπούμπερ, στο Εγώ και Εσύ, υποστηρίζει ότι η αυθεντική σχέση δεν γεννιέται στη σκέψη αλλά στη συνάντηση. Η πράξη είναι συνάντηση, με τον άλλον, με τον κόσμο, με τον ίδιο μας τον εαυτό. Εκεί καταρρέει η απόσταση της θεωρίας και αναδύεται η εγγύτητα της ευθύνης. Δεν μπορώ πλέον να κρυφτώ πίσω από ιδέες, η πράξη με εκθέτει.
Ο Καρλ Μαρξ, από διαφορετική αφετηρία, επιμένει ότι «οι φιλόσοφοι μόνο ερμήνευσαν τον κόσμο, το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε». Η φράση αυτή δεν υποτιμά τη σκέψη, την ολοκληρώνει. Η πράξη δεν αναιρεί τη θεωρία, αλλά την κρίνει. Την υποβάλλει στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Μια θεωρία που δεν αντέχει να γίνει πράξη παραμένει άσκηση αυτοϊκανοποίησης.
Η ιερότητα της πράξης έγκειται και στο ότι είναι μη αναστρέψιμη. Μόλις γίνει, εγγράφεται στον χρόνο. Γι’ αυτό και ο Χάνα Άρεντ μιλά για την πράξη ως κάτι που ανοίγει νέες αρχές στον κόσμο. Η πράξη, λέει, έχει τη δύναμη της γέννησης, φέρνει κάτι που πριν δεν υπήρχε. Κάθε αυθεντική πράξη είναι ένα μικρό ξεκίνημα, μια ρωγμή στο δεδομένο.
Όταν ο άνθρωπος πράττει, δεν επιβεβαιώνει απλώς τον εαυτό του, τον δημιουργεί. Αγκαλιάζει τον εαυτό του όχι ως ιδέα, αλλά ως γίγνεσθαι. Η πράξη είναι η πιο ειλικρινής μορφή αυτογνωσίας, γιατί μας δείχνει ποιοι είμαστε όταν δεν μπορούμε πια να κρυφτούμε πίσω από λέξεις.
Ίσως, τελικά, η πράξη να είναι ιερή γιατί είναι θνητή. Δεν υπόσχεται τελειότητα, μόνο παρουσία. Και μέσα σ’ αυτή την παρουσία, ο άνθρωπος στέκεται ολόκληρος, σκεπτόμενος, αισθανόμενος, δρών. Εκεί, για μια στιγμή, θεωρία και ζωή συμπίπτουν. Και αυτή η σύμπτωση είναι το πιο βαθύ νόημα του ιερού.
Μιχάλης Γρηγορίου