Η ελευθερία του λόγου και το βάρος της σχέσης
Υπάρχει μια λεπτή, συχνά αόρατη γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία να εκφράζει κανείς ό,τι σκέφτεται και στην ευθύνη που γεννιέται όταν αυτός ο λόγος στρέφεται προς έναν Άλλον. Στη σύγχρονη ζωή, όλο και περισσότεροι άνθρωποι διεκδικούν το δικαίωμα να «λένε τη γνώμη τους» ανεξαρτήτως του αν αυτή εδράζεται στην πραγματικότητα, ανεξαρτήτως του αν πληγώνει, και ανεξαρτήτως του αν διαρρηγνύει τη σχέση. Θέλουν να ανήκουν, να σχετίζονται, αλλά ταυτόχρονα να μη δεσμεύονται από το βάρος της σχέσης.
Ο Μάρτιν Μπούμπερ έγραψε πως «ο άνθρωπος γίνεται Εγώ μέσα από το Εσύ». Η σχέση δεν είναι ένα απλό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφραζόμαστε, είναι αυτό που μας συγκροτεί ως υποκείμενα. Όταν όμως κάποιος απαιτεί να έχει το δικαίωμα να λέει ό,τι νομίζει χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον Άλλον, τότε μετατρέπει τη σχέση σε μονόλογο. Δεν συνομιλεί, επιβάλλεται. Δεν συναντά, καταλαμβάνει.
Εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο, αυτοί οι άνθρωποι συχνά ζητούν κατανόηση για τον εαυτό τους, αλλά αρνούνται να αναγνωρίσουν την πληγή που προκαλούν. Θέλουν να τους ακούς, αλλά όχι να τους αντικρούεις. Να τους δέχεσαι, αλλά όχι να τους οριοθετείς. Έτσι, η «ελευθερία της γνώμης» γίνεται μια ασπίδα πίσω από την οποία κρύβεται η άρνηση της ευθύνης.
Ο Εμμανουέλ Λεβινάς τόνιζε ότι «το πρόσωπο του Άλλου μου απευθύνει μια ηθική απαίτηση πριν από κάθε σκέψη». Δηλαδή, πριν μιλήσω, πριν εκφέρω άποψη, υπάρχει ήδη απέναντί μου ένα ανθρώπινο ον που μπορεί να πληγωθεί. Η άρνηση αυτής της ηθικής πρωτοκαθεδρίας είναι αυτό που κάνει τον λόγο βίαιο, ακόμη κι όταν δεν φωνάζει.
Η επίκληση της «υποκειμενικής αλήθειας», «έτσι το βλέπω εγώ», συχνά λειτουργεί ως άρνηση της πραγματικότητας. Όμως, όπως έλεγε η Χάνα Άρεντ, «η ελευθερία της γνώμης είναι φάρσα όταν τα γεγονότα δεν γίνονται αποδεκτά». Όταν κάποιος επιμένει σε μια αφήγηση που αγνοεί ή διαστρεβλώνει όσα συμβαίνουν, δεν υπερασπίζεται την αλήθεια του, υπερασπίζεται την άρνησή του να δει.
Ακόμη πιο βαθύ είναι το πρόβλημα όταν αυτός ο άνθρωπος δεν δέχεται καν να του επισημανθεί η βλάβη που προκαλεί. Εκεί, ο λόγος παύει να είναι διάλογος και γίνεται άρνηση της σχέσης. Ο Σαρτρ το έθετε ωμά: «ο άλλος είναι εκείνος που με κοιτάζει και με κάνει υπεύθυνο». Όποιος αρνείται να δεχθεί αυτό το βλέμμα, αρνείται την ίδια τη συνύπαρξη.
Στην ουσία, δεν μιλάμε για σύγκρουση απόψεων, αλλά για σύγκρουση στάσεων ύπαρξης. Από τη μία, η επιθυμία για εγγύτητα, από την άλλη, η άρνηση της ευθύνης που αυτή συνεπάγεται. Θέλουν το «μαζί» χωρίς το «λαμβάνω υπόψη». Θέλουν το δικαίωμα στον λόγο χωρίς το καθήκον της φροντίδας.
Ο Βιτγκενστάιν έγραφε πως «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Όταν η γλώσσα χρησιμοποιείται χωρίς επίγνωση της επίδρασής της, ο κόσμος στενεύει. Γίνεται ένας τόπος όπου ο άλλος δεν υπάρχει πραγματικά, παρά μόνο ως ακροατής.
Ίσως τελικά η πιο ριζική μορφή ελευθερίας δεν είναι να λέμε ό,τι θέλουμε, αλλά να μπορούμε να σταθούμε μέσα στη σχέση χωρίς να την καταστρέφουμε. Να μιλάμε χωρίς να ακυρώνουμε. Να διαφωνούμε χωρίς να εξευτελίζουμε. Να υπάρχουμε χωρίς να συντρίβουμε τον Άλλον.
Γιατί, όπως υπαινίσσεται ο Μπούμπερ, η αληθινή ζωή δεν είναι στο «εγώ λέω», αλλά στο «εγώ-εσύ συναντιόμαστε». Και εκεί, κάθε λέξη έχει βάρος.
Μιχάλης Γρηγορίου