Η συγγνώμη ως πράξη ελευθερίας και ηθικής μνήμης

Η συγγνώμη ως πράξη ελευθερίας και ηθικής μνήμης

Η συγγνώμη δεν αναιρεί το παρελθόν, δεν μπορεί να το σβήσει ούτε να το ανακατασκευάσει. Μπορεί όμως να του αφαιρέσει τη δεσμευτική του ισχύ. Δημιουργεί έναν ηθικό και υπαρξιακό χώρο όπου το τραύμα παύει να είναι το μοναδικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζεται η σχέση. Όπως έγραφε η Χάννα Άρεντ, «χωρίς τη συγχώρεση, θα ήμασταν για πάντα αιχμάλωτοι των συνεπειών των πράξεών μας». Η συγγνώμη, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό έθιμο, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή πράξη απελευθέρωσης από το παρελθόν.

Στον πυρήνα της συγγνώμης βρίσκεται η ηθική μνήμη. Η ικανότητα του ανθρώπου να θυμάται όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και τι σημαίνει αυτό που συνέβη. Ο Πωλ Ρικέρ υποστήριζε ότι η μνήμη χωρίς ηθική διάσταση μετατρέπεται σε απλή καταγραφή γεγονότων, η συγγνώμη, αντίθετα, μετατρέπει τη μνήμη σε ευθύνη. Όταν λέμε «συγγνώμη», δεν αναγνωρίζουμε απλώς ένα σφάλμα, αλλά επανασυνδέουμε το παρελθόν με ένα μέλλον στο οποίο επιθυμούμε να υπάρχουμε διαφορετικά.

Η ειλικρινής συγγνώμη προϋποθέτει κάτι σπάνιο, την αποδοχή της μη τελειότητας του εαυτού. Ο Σωκράτης δίδασκε ότι η σοφία αρχίζει από την επίγνωση της άγνοιας, κατ’ αναλογία, η ηθική ωριμότητα αρχίζει από την επίγνωση του σφάλματος. Το να παραδεχθεί κανείς ότι έβλαψε τον άλλον δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά πράξη εσωτερικής ισχύος. Ο Νίτσε, παρότι συχνά συνδέεται με τη σκληρότητα, έγραφε ότι «η δύναμη ενός ανθρώπου φαίνεται στην ικανότητά του να αντέχει την αλήθεια για τον εαυτό του». Η συγγνώμη είναι ακριβώς αυτή η αντοχή.

Απέναντι σε αυτή την υπαρξιακή πράξη, στέκεται η επιφανειακή απολογία, που δεν αναλαμβάνει ευθύνη αλλά επιδιώκει απλώς να αποκαταστήσει την κοινωνική εικόνα. Ο Μάρτιν Μπούμπερ διέκρινε τη σχέση «Εγώ-Εσύ» από τη σχέση «Εγώ-Αυτό». Η ψεύτικη συγγνώμη ανήκει στη δεύτερη, αντιμετωπίζει τον άλλον ως αντικείμενο προς κατευνασμό. Η αληθινή συγγνώμη ανήκει στην πρώτη, βλέπει τον άλλον ως πρόσωπο που φέρει πληγή, ιστορία και αξία. Εκεί, η συγγνώμη δεν είναι εργαλείο, αλλά συνάντηση.

Στο βάθος της συγγνώμης εδρεύει η ενοχή, όχι ως αυτοτιμωρία, αλλά ως ηθική εγρήγορση. Ο Καρλ Γιάσπερς έλεγε ότι η ενοχή είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζει τη συνύπαρξή του με τον άλλον. Όταν πονάμε επειδή πληγώσαμε, δεν αποδυναμωνόμαστε, επιβεβαιώνουμε ότι δεν είμαστε κλειστά, αυτάρκη όντα, αλλά πλάσματα σε σχέση. Η συγγνώμη είναι το πέρασμα από την ενοχή στην ευθύνη και από την ευθύνη στη δυνατότητα επανόρθωσης.

Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η συγγνώμη για εκείνους που έχουν οικοδομήσει την ταυτότητά τους πάνω στην αίσθηση της ηθικής ανωτερότητας. Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ υποστήριζε ότι ο άνθρωπος συχνά κρύβεται πίσω από ρόλους για να αποφύγει την αγωνία της ελευθερίας. Ο «πάντα δίκαιος» ρόλος λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στο ενδεχόμενο του λάθους. Όμως η άρνηση της συγγνώμης δεν προστατεύει τον εαυτό, τον απομονώνει. Η αναγνώριση του σφάλματος, αντίθετα, ανοίγει έναν χώρο αυθεντικής συνύπαρξης.

Τελικά, η συγγνώμη είναι μια μορφή ηθικής δημιουργικότητας. Δεν επιδιορθώνει μηχανικά ό,τι έσπασε, επαναπροσδιορίζει το νόημα της σχέσης. Όπως έγραφε ο Εμμανουέλ Λεβινάς, «η ευθύνη για τον Άλλον προηγείται κάθε ελευθερίας». Η συγγνώμη είναι η στιγμή που αυτή η ευθύνη γίνεται λόγος, βλέμμα και πρόθεση.

Έτσι, η συγγνώμη δεν είναι απώλεια αξιοπρέπειας, αλλά η πιο λεπτή της μορφή. Δεν είναι παραίτηση, αλλά πράξη ελευθερίας απέναντι στο παρελθόν και υπόσχεση προς το μέλλον. Μέσα της, ο άνθρωπος δηλώνει: «Δεν είμαι αιχμάλωτος του σφάλματός μου, είμαι ικανός να το δω, να το αναλάβω και να προχωρήσω». Και σε αυτή ακριβώς τη δήλωση γεννιέται ξανά η δυνατότητα της σχέσης, της εμπιστοσύνης και του κοινού χρόνου.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου