Το Βότσαλο και η Αιωνιότητα

Το Βότσαλο και η Αιωνιότητα

Υπάρχει μια βαθιά παρηγορητική, σχεδόν ιερή ιδέα στη μεταφορά του Ίρβιν Γιάλομ για το «βότσαλο στη λίμνη»: ότι καμία ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι απομονωμένη, καμία πράξη δεν εξαφανίζεται αθόρυβα, καμία ζωή δεν χάνεται χωρίς να αφήσει ίχνος. Όπως ένα μικρό πετραδάκι, όταν πέφτει στο νερό, δημιουργεί κύκλους που απλώνονται πολύ πέρα από το σημείο πρόσκρουσης, έτσι και κάθε άνθρωπος παράγει κυματισμούς ύπαρξης που αγγίζουν άλλους ανθρώπους, συχνά χωρίς ποτέ να το μάθει.

Ο Γιάλομ, ως υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής, δεν ενδιαφερόταν απλώς για το πώς ζούμε, αλλά για το πώς αντέχουμε τη σκέψη του θανάτου. Η θεωρία των κυματισμών αποτελεί μια απάντηση στον βαθύ φόβο της ανυπαρξίας, ακόμη κι αν χαθούμε, κάτι από εμάς συνεχίζει να κινείται μέσα στον κόσμο.

Όπως γράφει ο Μάρτιν Μπούμπερ: «Ο άνθρωπος γίνεται Εγώ μέσα από το Εσύ».

Δεν υπάρχουμε αυτάρκεις. Υπάρχουμε μέσα στις σχέσεις μας, στις λέξεις που είπαμε, στα βλέμματα που ανταλλάξαμε, στα τραύματα που γιατρεύσαμε ή προκαλέσαμε. Κάθε ανθρώπινη συνάντηση είναι μια μικρή ρίψη βότσαλου στον χρόνο.

 

Η σύγχρονη κουλτούρα εξυμνεί τα «μεγάλα κατορθώματα», τους εφευρέτες, τους ηγέτες, τους καλλιτέχνες που αλλάζουν τον κόσμο. Όμως ο Γιάλομ μας καλεί να δούμε αλλού, στις ανεπαίσθητες επιδράσεις. Στον δάσκαλο που πίστεψε σε ένα παιδί. Στον φίλο που άκουσε όταν κανείς άλλος δεν άκουγε. Στον άγνωστο που έδειξε καλοσύνη σε μια στιγμή απελπισίας.

Ο Άλμπερτ Σβάιτσερ έλεγε: «Το παράδειγμα δεν είναι ένας τρόπος να επηρεάζεις τους άλλους, είναι ο μόνος τρόπος».

Οι κυματισμοί μας δεν μεταφέρονται μόνο μέσα από τα λόγια, αλλά κυρίως μέσα από το πώς υπάρχουμε. Η στάση μας απέναντι στη ζωή γίνεται πρότυπο και τα πρότυπα μεταδίδονται σιωπηλά, όπως η θερμότητα.

Κάποιος που έμαθε να αγαπά χωρίς όρους, θα διδάξει κι άλλους να αγαπούν. Κάποιος που έμαθε να μισεί, θα διδάξει κι άλλους να φοβούνται. Κάθε ψυχή γίνεται κόμβος σε ένα αόρατο δίκτυο επιρροών.

 

Ο φόβος του θανάτου, όπως τον αναλύει ο Γιάλομ, δεν αφορά μόνο την παύση της βιολογικής ζωής, αλλά κυρίως την αγωνία ότι η ύπαρξή μας μπορεί να στερηθεί νοήματος. Ότι θα σβήσουμε χωρίς ίχνος. Η μεταφορά του βότσαλου απαντά ακριβώς σε αυτό. Η σημασία μας δεν μετριέται από το πόσο μας θυμούνται, αλλά από το τι κινήσαμε μέσα στους άλλους.

Ο Μπενεντίκτ Σπινόζα έγραφε: «Κάθε πράγμα προσπαθεί να διατηρήσει το είναι του».

Οι άνθρωποι το κάνουν αυτό όχι μόνο με το σώμα, αλλά με την επίδραση. Μεταδίδουμε τρόπους σκέψης, τρόπους αγάπης, τρόπους ύπαρξης. Έτσι παρατείνουμε τον εαυτό μας μέσα στον χρόνο.

Ακόμα κι αν κανείς δεν θυμάται το όνομά μας, μπορεί να θυμάται μια φράση μας. Ή έναν τρόπο που του φερθήκαμε. Και αυτός θα τον μεταφέρει αλλού.

 

Σε έναν κόσμο χωρίς εγγυημένο μεταφυσικό νόημα, η θεωρία του Γιάλομ προτείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο, το νόημα δεν μας δίνεται, το δημιουργούμε μέσω της επίδρασής μας.

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ έγραφε: «Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο από το σύνολο των πράξεών του».

Κάθε πράξη, όσο μικρή κι αν είναι, είναι μια ρίψη βότσαλου. Και δεν γνωρίζουμε ποτέ πόσο μακριά θα φτάσουν οι κύκλοι της. Ένα παιδί που ενθαρρύνουμε σήμερα, ίσως αύριο σώσει μια ζωή. Μια κουβέντα που ειπώθηκε με καλοσύνη, ίσως αλλάξει την πορεία μιας ύπαρξης.

Αυτό δίνει στην καθημερινότητα μια σχεδόν ιερή βαρύτητα. Τίποτα δεν είναι «ασήμαντο».

 

Η μεταφορά του βότσαλου δεν μας καλεί σε μεγαλείο. Μας καλεί σε συνείδηση. Να ζούμε γνωρίζοντας ότι αγγίζουμε διαρκώς άλλες ζωές, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε.

Όπως έγραφε ο Ρίλκε: «Να ζεις τις ερωτήσεις τώρα. Ίσως τότε, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβεις, να ζήσεις μέσα στις απαντήσεις».

Κάθε ζωή είναι μια ερώτηση που πέφτει στη λίμνη του κόσμου. Οι κυματισμοί της είναι οι απαντήσεις της.

Και όσο υπάρχουν κυματισμοί, τίποτα δεν χάνεται πραγματικά.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου