Η αδιαφορία απέναντι στο θαύμα της ύπαρξης

Η αδιαφορία απέναντι στο θαύμα της ύπαρξης

Από το «γιατί υπάρχουμε;» στο «πώς αξίζει να υπάρχουμε;»

Ο Stephen Hawking έχει διατυπώσει μια σκέψη που, πέρα από την επιστήμη, αγγίζει την καρδιά της φιλοσοφίας: «Με εκπλήσσει πόσο αδιάφοροι είμαστε σήμερα για πράγματα όπως η φυσική, το διάστημα, το σύμπαν και η φιλοσοφία της ύπαρξής μας, ο σκοπός μας, ο τελικός μας προορισμός. Είναι ένας τρελός κόσμος εκεί έξω. Να είστε περίεργοι.»

Η φράση αυτή μοιάζει περισσότερο με πνευματική προειδοποίηση παρά με επιστημονική παρατήρηση.

Γιατί ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο του ανθρώπου δεν είναι ότι γνωρίζει τόσο λίγα για το Σύμπαν. Είναι ότι, ενώ βρίσκεται μέσα σε ένα απέραντο μυστήριο, έπαψε να ρωτά.

Κάποτε ο άνθρωπος σήκωνε το βλέμμα προς τα άστρα και αισθανόταν δέος.

Δεν έβλεπε απλώς φωτεινά σημεία στον ουρανό. Έβλεπε ερωτήματα.

Ποιοι είμαστε;

Από πού ερχόμαστε;

Γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα;

Υπάρχει κάποιος σκοπός πίσω από την ύπαρξη;

Τι είναι συνείδηση;

Τι είναι χρόνος;

Και τι, τελικά, σημαίνει να είσαι άνθρωπος;

Σήμερα γνωρίζουμε ασύγκριτα περισσότερα για τη φύση του κόσμου. Μπορούμε να παρατηρούμε γαλαξίες δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά, να ανιχνεύουμε βαρυτικά κύματα, να μελετούμε την ύλη σε υποατομικό επίπεδο.

Κι όμως, υπάρχει ένας παράξενος αντιπερισπασμός.

Όσο αυξάνεται η γνώση μας για τον κόσμο, τόσο συχνά μειώνεται η διάθεσή μας να αναρωτηθούμε για το νόημά του.

Μπορούμε να γνωρίζουμε την ηλικία ενός άστρου και να αγνοούμε την ηλικία της ψυχής μας.

Μπορούμε να επικοινωνούμε στιγμιαία με την άλλη άκρη της Γης και να μην μπορούμε να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά με τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας.

Μπορούμε να εξερευνούμε το Διάστημα και να παραμένουμε ξένοι προς τον εσωτερικό μας κόσμο.

Και ίσως αυτό είναι ένα από τα μεγάλα παράδοξα του πολιτισμού μας.

Η φιλοσοφία γεννήθηκε όταν ο άνθρωπος αρνήθηκε να αρκεστεί στο προφανές.

Ο Θαλής δεν αρκέστηκε στο να βλέπει τον κόσμο, αναζήτησε την αρχή του.

Ο Ηράκλειτος δεν αρκέστηκε στην αλλαγή, αναζήτησε τον λόγο που την διέπει.

Ο Σωκράτης δεν ενδιαφερόταν απλώς για το πώς θα ζήσει ο άνθρωπος, αλλά για το πώς πρέπει να ζει.

Η περίφημη σωκρατική θέση: «Ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ», δεν είναι απλώς μια φιλοσοφική ρήση. Είναι μια πρόκληση προς κάθε εποχή.

Μπορεί άραγε να θεωρηθεί πλήρης μια ζωή που δεν εξετάζει τον εαυτό της;

Μπορεί ένας άνθρωπος να έχει χρήματα, επιτυχίες, κοινωνική αναγνώριση, εμπειρίες και απολαύσεις και, παρ’ όλα αυτά, να μην έχει πλησιάσει ούτε ένα βήμα στο ερώτημα του ποιος είναι;

Ίσως η μεγαλύτερη φτώχεια δεν είναι η έλλειψη πραγμάτων.

Είναι η έλλειψη ερωτημάτων.

Η επιστήμη είναι αξεπέραστη όταν ρωτά,

«Πώς λειτουργεί ο κόσμος;»

Η φιλοσοφία όμως τολμά να ρωτήσει,

«Γιατί υπάρχουμε μέσα σε αυτόν;»

Η φυσική μπορεί να μας μιλήσει για την αρχή του σύμπαντος, για τον χρόνο, την ύλη, την ενέργεια και τους νόμους της φύσης.

Αλλά το ερώτημα,

«Γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα;»

παραμένει ένα από τα βαθύτερα αινίγματα που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Ο Leibniz το συμπύκνωσε στο περίφημο ερώτημα: «Γιατί υπάρχει κάτι μάλλον παρά τίποτα;»

Και ίσως εδώ συναντιούνται επιστήμη και φιλοσοφία.

Η επιστήμη μας αποκαλύπτει ολοένα περισσότερα για το θαύμα του κόσμου.

Η φιλοσοφία μας καλεί να αναρωτηθούμε για το θαύμα του ότι υπάρχει κόσμος.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα.

Το Σύμπαν δεν είναι μόνο αυτό που βρίσκεται έξω από εμάς.

Είναι και αυτό που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα από εμάς.

Είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια ύλη που αποτελεί τα άστρα. Τα άτομα του σώματός μας δημιουργήθηκαν μέσα στην κοσμική ιστορία πολύ πριν υπάρξει ο άνθρωπος.

Κι όμως, κάποια στιγμή αυτή η ύλη απέκτησε τη δυνατότητα να αναρωτηθεί,

«Τι είμαι;»

Αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο εκπληκτικά γεγονότα της ύπαρξης.

Το Σύμπαν δεν βρίσκεται απλώς εκεί.

Μέσα από τη συνείδηση, αρχίζει να κοιτάζει τον εαυτό του.

Ο Carl Sagan το εξέφρασε με έναν ποιητικό τρόπο, όταν έγραψε πως είμαστε ένας τρόπος για το Σύμπαν να γνωρίζει τον εαυτό του.

Και τότε η ερώτηση του Hawking αποκτά μια νέα διάσταση.

Δεν είναι μόνο:

«Γιατί οι άνθρωποι αδιαφορούν για το Σύμπαν;»

Αλλά:

«Πώς μπορεί ένα ον που γεννήθηκε από το ίδιο το Σύμπαν να αδιαφορεί για το γεγονός ότι υπάρχει;»

Ο Blaise Pascal ένιωσε βαθιά αυτή την αντίθεση.

Ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα στο άπειρο και στο μηδέν.

Μικροσκοπικός μπροστά στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος, αλλά ταυτόχρονα μοναδικός επειδή μπορεί να γνωρίζει ότι είναι μικροσκοπικός.

Η σκέψη αυτή οδηγεί σε μια παράξενη ταπεινότητα.

Δεν είμαστε το κέντρο του Σύμπαντος.

Αλλά είμαστε όντα που μπορούν να αναρωτηθούν για το κέντρο.

Δεν γνωρίζουμε τα πάντα.

Αλλά γνωρίζουμε ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα.

Και αυτή ίσως είναι η αρχή της σοφίας.

Όπως αποδίδεται στον Σωκράτη: «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα.»

Η σοφία δεν αρχίζει όταν έχουμε όλες τις απαντήσεις.

Αρχίζει όταν αποκτούμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε πόσο βαθιά είναι τα ερωτήματα.

Ο Friedrich Nietzsche έθεσε ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα, τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν παλιές βεβαιότητες καταρρέουν;

Ο «θάνατος του Θεού» στον Nietzsche δεν είναι απλώς μια δήλωση περί θρησκείας. Είναι η περιγραφή μιας βαθύτερης πνευματικής κρίσης.

Τι απομένει όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται στις παλιές απόλυτες βεβαιότητες;

Τότε το ερώτημα του σκοπού γίνεται ακόμη πιο δύσκολο.

Αν ο κόσμος δεν μας παραδίδει έτοιμο ένα νόημα, πρέπει άραγε να ζήσουμε χωρίς νόημα;

Ή μήπως ο άνθρωπος καλείται να γίνει δημιουργός νοήματος;

Εδώ η φιλοσοφία γίνεται προσωπική.

Δεν αρκεί πλέον να ρωτάμε:

«Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής;»

Πρέπει να ρωτήσουμε:

«Τι σκοπό δίνω εγώ στη ζωή που μου δόθηκε;»

Ο Albert Camus έζησε μέσα σε αυτό ακριβώς το ερώτημα.

Ο άνθρωπος διψά για νόημα, ενώ το Σύμπαν παραμένει σιωπηλό.

Από αυτή την αντίθεση γεννιέται το «παράλογο».

Αλλά ο Camus δεν καταλήγει στην παραίτηση.

Αντίθετα, καλεί τον άνθρωπο να ζήσει με πλήρη επίγνωση, χωρίς να περιμένει από το Σύμπαν να του παραδώσει έτοιμες απαντήσεις.

Ίσως αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα.

Το ότι δεν γνωρίζουμε το τελικό νόημα της ύπαρξης δεν σημαίνει ότι η ζωή στερείται νοήματος.

Ίσως το νόημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε.

Στον τρόπο που αγαπάμε.

Στον τρόπο που δημιουργούμε.

Στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον άλλον.

Στην αναζήτηση της αλήθειας.

Στην ικανότητά μας να θαυμάζουμε.

Ο Viktor Frankl, μέσα από την υπαρξιακή του σκέψη, έδωσε στο ζήτημα μια άλλη διάσταση.

Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται απλώς να επιβιώνει.

Χρειάζεται έναν λόγο για να ζει.

Το νόημα δεν είναι απαραίτητα μια θεωρητική απάντηση για την προέλευση του Σύμπαντος. Μπορεί να βρίσκεται σε μια σχέση, σε ένα έργο, σε μια πράξη δημιουργίας, σε μια ευθύνη, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι σε κάτι που δεν μπορούμε να αλλάξουμε.

Έτσι, το ερώτημα μετατοπίζεται.

Δεν είναι μόνο: «Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής;»

Αλλά: «Τι ζητά η ζωή από εμένα αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή;»

Η φράση του Hawking αγγίζει και το πιο δύσκολο ερώτημα: «Πού πηγαίνουμε;»

Η επιστήμη μπορεί να μελετήσει το μέλλον του Σύμπαντος.

Μπορεί να εξετάσει την εξέλιξη των άστρων, τη διαστολή του χώρου, την τύχη των γαλαξιών, τις μακρινές κοσμικές προοπτικές.

Αλλά υπάρχει ένας άλλος «τελικός προορισμός» που αφορά αποκλειστικά τον άνθρωπο:

«Τι θα απομείνει από εμάς;»

Όχι από το σώμα μας.

Αλλά από την παρουσία μας.

Τι αφήσαμε πίσω;

Ποιον αγγίξαμε;

Ποια σκέψη γεννήσαμε;

Ποια πληγή θεραπεύσαμε;

Ποια ομορφιά δημιουργήσαμε;

Πόσο περισσότερο ανθρώπινοι έγιναν κάποιοι άνθρωποι επειδή πέρασαν από τη ζωή μας;

Ίσως ο τελικός προορισμός δεν είναι ένας τόπος.

Ίσως είναι το αποτύπωμα που αφήνουμε στην πραγματικότητα πριν χαθούμε από αυτήν.

Ζούμε σε μια εποχή πρωτοφανούς πρόσβασης στη γνώση.

Με λίγες κινήσεις μπορούμε να μάθουμε για αρχαίους πολιτισμούς, κβαντική φυσική, φιλοσοφία, κοσμολογία, τέχνη και ιστορία.

Κι όμως, η πληροφορία δεν είναι απαραίτητα γνώση.

Και η γνώση δεν είναι απαραίτητα σοφία.

Μπορεί κάποιος να γνωρίζει χιλιάδες γεγονότα και να μην έχει κατανοήσει τίποτα ουσιαστικό για τον εαυτό του.

Μπορεί να έχει πρόσβαση σε ολόκληρη τη βιβλιοθήκη της ανθρωπότητας και να μην έχει διαβάσει ποτέ το δικό του εσωτερικό βιβλίο.

Ο T. S. Eliot έθεσε ένα ερώτημα που παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο: «Πού είναι η ζωή που χάσαμε μέσα στη ζωή;

Πού είναι η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση;

Πού είναι η γνώση που χάσαμε μέσα στην πληροφορία;»

Ίσως αυτή είναι η μεγάλη ασθένεια της εποχής μας.

Δεν πάσχουμε από έλλειψη πληροφορίας.

Πάσχουμε από έλλειψη βάθους.

Γι’ αυτό η τελευταία προτροπή του Hawking έχει ιδιαίτερη σημασία: «Be curious.», «Να είστε περίεργοι.»

Η περιέργεια είναι πολύ περισσότερο από μια πνευματική αρετή.

Είναι ένας τρόπος να παραμένεις ζωντανός.

Το παιδί ρωτά:

«Γιατί;»

Ο ενήλικος συχνά απαντά:

«Έτσι είναι τα πράγματα.»

Και κάπου εκεί αρχίζει η πνευματική γήρανση.

Ίσως μεγαλώνουμε πραγματικά όχι όταν σταματάμε να ρωτάμε, αλλά όταν αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε ήδη καταλάβει.

Ο άνθρωπος που εξακολουθεί να ρωτά παραμένει ανοιχτός στο θαύμα.

Κοιτάζει ένα δέντρο και δεν βλέπει απλώς ένα δέντρο.

Κοιτάζει τον ουρανό και δεν βλέπει απλώς άστρα.

Κοιτάζει έναν άνθρωπο και αναρωτιέται τι άγνωστο σύμπαν κρύβεται μέσα του.

Κοιτάζει τον εαυτό του και καταλαβαίνει ότι ίσως είναι το μεγαλύτερο μυστήριο που έχει να εξερευνήσει.

Ίσως λοιπόν η φιλοσοφία δεν είναι μια πολυτέλεια για λίγους διανοούμενους.

Είναι μια μορφή εσωτερικής αφύπνισης.

Είναι η στιγμή που σταματάμε τον θόρυβο της καθημερινότητας και ακούμε ξανά τις αρχαίες ερωτήσεις.

Ποιος είμαι;

Γιατί υπάρχω;

Τι αξίζει πραγματικά;

Τι είναι αλήθεια;

Τι είναι συνείδηση;

Τι σημαίνει να αγαπάς;

Τι σημαίνει να πεθαίνεις;

Και τι σημαίνει να έχεις υπάρξει;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι σημάδια αβεβαιότητας.

Είναι σημάδια πνευματικής ζωής.

Ίσως τελικά το πιο παράξενο πράγμα στο Σύμπαν δεν είναι οι μαύρες τρύπες, οι γαλαξίες, η σκοτεινή ύλη ή η γέννηση του χρόνου.

Ίσως το πιο παράξενο είναι εμείς.

Μικρά όντα πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, μέσα σε έναν απέραντο κοσμικό ωκεανό, που αποκτήσαμε την ικανότητα να κοιτάζουμε προς τα πάνω και να ρωτάμε:

«Γιατί υπάρχει όλο αυτό;»

Και ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται κάπου μακριά.

Ίσως βρίσκεται στην ίδια την ερώτηση.

Γιατί από τη στιγμή που ένας άνθρωπος μπορεί να αναρωτηθεί για την ύπαρξη, η ύπαρξη έχει ήδη γίνει μέσα του συνείδηση.

Γι’ αυτό η προειδοποίηση του Hawking είναι τόσο επίκαιρη.

Δεν μας καλεί απλώς να μάθουμε περισσότερη φυσική.

Μας καλεί να ξαναβρούμε το δέος.

Να σηκώσουμε το βλέμμα από την οθόνη και να κοιτάξουμε τον ουρανό.

Να βγούμε για λίγο από τον θόρυβο της καθημερινότητας και να ακούσουμε τη σιωπή του Σύμπαντος.

Να θυμηθούμε πως πίσω από κάθε απάντηση κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα.

Και πως ίσως ο άνθρωπος δεν είναι μεγάλος επειδή γνωρίζει.

Είναι μεγάλος επειδή μπορεί ακόμη να απορεί.

Γιατί όσο εξακολουθούμε να ρωτάμε «ποιοι είμαστε, γιατί υπάρχουμε και προς τα πού πηγαίνουμε;», δεν έχουμε χάσει ακόμη το σημαντικότερο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, την ακατάπαυστη αναζήτηση του νοήματος.

Και ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη μορφή σοφίας να μην είναι να γνωρίζουμε τον τελικό προορισμό μας.

Αλλά να μάθουμε να βαδίζουμε με επίγνωση μέσα στο μυστήριο.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου