Η φλυαρία του Εγώ και η σιωπηλή αξία της Σκέψης

Η φλυαρία του Εγώ και η σιωπηλή αξία της Σκέψης

Υπάρχουν στιγμές όπου η απογοήτευση δεν γεννιέται επειδή δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά επειδή διαπιστώνουμε πόσο λίγο ενδιαφέρον έχει ο άλλος να καταλάβει.

Μιλούμε, και ο συνομιλητής δεν ακούει.

Ακούει μόνο ό,τι επιβεβαιώνει όσα ήδη πιστεύει.

Δεν αναζητά την αλήθεια, αναζητά τη δικαίωση της δικής του αλήθειας.

Και τότε η συζήτηση παύει να είναι διάλογος.

Γίνεται ένας ιδιότυπος καθρέφτης, μέσα στον οποίο ο καθένας θέλει να βλέπει αποκλειστικά τον εαυτό του.

Ίσως γι’ αυτό κάποιες φορές νιώθουμε απογοήτευση, ακόμη και απελπισία, όταν προσπαθούμε να εκφράσουμε μια διαφορετική άποψη. Όχι επειδή κάθε διαφορετική άποψη είναι αναγκαστικά σωστή, αλλά επειδή η διαφορετικότητα της σκέψης συχνά αντιμετωπίζεται σαν προσωπική επίθεση.

Ο άνθρωπος που έχει ταυτίσει την ύπαρξή του με τις πεποιθήσεις του, δυσκολεύεται να ακούσει μια αντίθετη άποψη χωρίς να αισθανθεί ότι απειλείται ο ίδιος.

Γιατί τότε δεν υπερασπίζεται απλώς μια ιδέα.

Υπερασπίζεται το Εγώ του.

Η γνώμη από μόνη της δεν είναι γνώση.

Είναι μια προσωρινή θέση της συνείδησης απέναντι στην πραγματικότητα.

Και ακριβώς επειδή είναι προσωρινή, ο ώριμος άνθρωπος πρέπει να έχει το θάρρος να την εξετάζει, να την αμφισβητεί, ακόμη και να την εγκαταλείπει όταν τα δεδομένα τον οδηγούν αλλού.

Ο Σωκράτης έκανε την άγνοια αφετηρία της φιλοσοφίας. Η περίφημη σωκρατική στάση, «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», δεν είναι εξύμνηση της άγνοιας, αλλά αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης βεβαιότητας.

Ο άνθρωπος που γνωρίζει ότι μπορεί να σφάλλει είναι ανοιχτός στη γνώση.

Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι δεν μπορεί να σφάλλει έχει ήδη κλείσει την πόρτα της.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παγίδες της ανθρώπινης σκέψης.

Δεν υπερασπιζόμαστε πάντοτε την αλήθεια.

Πολλές φορές υπερασπιζόμαστε την ανάγκη μας να έχουμε δίκιο.

Η διαφορά είναι τεράστια.

Γιατί η αλήθεια δεν χρειάζεται την προσωπική μας ματαιοδοξία για να υπάρξει.

Το Εγώ, όμως, την έχει ανάγκη.

Ο άνθρωπος έχει μια παράξενη ανάγκη να τακτοποιεί τον κόσμο μέσα σε κουτιά.

Αυτό είναι σωστό.

Εκείνο είναι λάθος.

Αυτός είναι καλός.

Ο άλλος είναι κακός.

Εγώ γνωρίζω.

Εσύ δεν γνωρίζεις.

Έτσι δημιουργούμε ένα νοητικό σύστημα που μας προσφέρει ασφάλεια.

Μόνο που η πραγματικότητα σπάνια είναι τόσο απλή.

Ο David Hume, με τον εμπειριστικό του σκεπτικισμό, μας υπενθυμίζει έμμεσα πόσο περιορισμένη είναι η βεβαιότητα που μπορούμε να αντλήσουμε από την εμπειρία μας. Και ο Karl Popper αργότερα θα κάνει την αμφισβήτηση θεμέλιο της επιστημονικής σκέψης. Μια θεωρία δεν γίνεται ισχυρή επειδή δεν αμφισβητείται, αλλά επειδή αντέχει στην προσπάθεια να διαψευστεί.

Αυτή η αρχή έχει μια βαθύτερη φιλοσοφική αξία.

Η σκέψη δεν μεγαλώνει όταν επιβεβαιώνεται συνεχώς.

Μεγαλώνει όταν δοκιμάζεται.

Μια άποψη που φοβάται την ερώτηση είναι εύθραυστη.

Μια πεποίθηση που δεν αντέχει τον διάλογο μοιάζει περισσότερο με δόγμα παρά με γνώση.

Και όταν το δόγμα συναντά το Εγώ, γεννιέται εκείνη η παράξενη μορφή έπαρσης που δεν χρειάζεται επιχειρήματα.

Χρειάζεται μόνο ένταση.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ακούν για να καταλάβουν.

Ακούν για να απαντήσουν.

Περιμένουν απλώς τη στιγμή που ο άλλος θα σταματήσει να μιλά, ώστε να συνεχίσουν τη δική τους σκέψη από εκεί που την άφησαν.

Και υπάρχουν ακόμη εκείνοι που θέλουν να ακούσουν τη δική τους γνώμη να βγαίνει από το στόμα κάποιου άλλου.

Δεν αναζητούν συνομιλητή.

Αναζητούν επιβεβαίωση.

Η διαφορετική άποψη τούς ενοχλεί όχι επειδή είναι απαραίτητα λανθασμένη, αλλά επειδή τους υποχρεώνει να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα ότι ίσως δεν κατέχουν ολόκληρη την αλήθεια.

Και αυτό είναι δύσκολο για το Εγώ.

Ο Arthur Schopenhauer παρατηρούσε με χαρακτηριστική οξύτητα ότι κάθε αλήθεια περνά από τρία στάδια:

πρώτα γελοιοποιείται,

ύστερα αντιμετωπίζεται με βίαιη αντίδραση

και τελικά γίνεται αποδεκτή ως αυτονόητη.

Ανεξάρτητα από το πόσο ακριβώς αποδίδεται σήμερα αυτή η γνωστή φράση στον Schopenhauer, η ιδέα της παραμένει εύστοχη. Η συνήθεια συχνά αντιστέκεται στη σκέψη περισσότερο από την άγνοια.

Γιατί η άγνοια μπορεί να θεραπευτεί με γνώση.

Η βεβαιότητα, όμως, είναι πολύ δυσκολότερη.

«Είναι στη φύση μας να απορρίπτουμε…»

Στον Balzac αποδίδεται η σκέψη: «Είναι στη φύση μας να απορρίπτουμε αυτό που δεν καταλαβαίνουμε και να κακολογούμε αυτό που φθονούμε.»

Η φράση αγγίζει έναν σκοτεινό μηχανισμό της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Αυτό που δεν κατανοούμε μάς προκαλεί αβεβαιότητα.

Και η αβεβαιότητα γεννά φόβο.

Ο φόβος, όταν δεν αναγνωρίζεται, μπορεί να μετατραπεί σε απόρριψη.

Και η απόρριψη, όταν δεν μπορεί να στηριχθεί σε επιχειρήματα, συχνά μετατρέπεται σε επίθεση.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:

Δεν καταλαβαίνω

απορρίπτω

επιτίθεμαι

δικαιολογώ την επίθεσή μου

πείθομαι ότι έχω δίκιο.

Και κάπου εκεί η προσωπική προκατάληψη μεταμφιέζεται σε αντικειμενική κρίση.

Ίσως το πιο παράδοξο είναι ότι όσο λιγότερο σίγουρος αισθάνεται κάποιος για την εσωτερική του αξία, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η ανάγκη του να αποδείξει την εξωτερική του υπεροχή.

Η έπαρση, πολλές φορές, δεν είναι δύναμη.

Είναι άμυνα.

Ο άνθρωπος που είναι πραγματικά συμφιλιωμένος με τον εαυτό του δεν χρειάζεται να κερδίσει κάθε συζήτηση.

Δεν χρειάζεται να μειώσει τον συνομιλητή του για να αισθανθεί ψηλότερος.

Δεν χρειάζεται να μετατρέψει κάθε διαφωνία σε προσωπική σύγκρουση.

Μπορεί να πει: «Δεν συμφωνώ μαζί σου.»

Και να παραμείνει ήρεμος.

Μπορεί ακόμη να πει: «Ίσως κάνω λάθος.»

Και να παραμείνει όρθιος.

Αυτό το «ίσως κάνω λάθος» είναι μία από τις πιο δύσκολες και ταυτόχρονα πιο απελευθερωτικές φράσεις που μπορεί να προφέρει ένας άνθρωπος.

Γιατί σημαίνει ότι η αυτοεκτίμησή του δεν εξαρτάται από το αλάθητο.

Ο δημόσιος λόγος είναι ευθύνη.

Δεν είναι απλώς η ικανότητα να μιλά κανείς δυνατά, γρήγορα ή πειστικά.

Ούτε η ευχέρεια στη χρήση μεγάλων λέξεων αποτελεί απόδειξη πνευματικότητας.

Ο λόγος αποκτά αξία όταν προηγείται αυτού η μελέτη, η σκέψη, η γνώση, η κρίση και, πάνω απ’ όλα, η ευγένεια.

Ο Επίκτητος μας θυμίζει: «Ἔχομεν δύο ὦτα, στόμα δὲ ἕν, ἵνα πλείω ἀκούωμεν ἢ λέγωμεν.»

Είτε ως ακριβής αρχαία διατύπωση είτε ως μεταγενέστερη απόδοση μιας ευρύτερης στωικής ιδέας, το νόημα είναι βαθύ.

Η ακρόαση πρέπει να προηγείται του λόγου.

Πριν μιλήσεις, άκου.

Πριν κρίνεις, κατανόησε.

Πριν απορρίψεις, εξέτασε.

Πριν διαφωνήσεις, προσπάθησε να καταλάβεις τι πραγματικά λέει ο άλλος.

Και πριν υψώσεις τη φωνή σου, αναρωτήσου μήπως απλώς έχεις εξαντλήσει τα επιχειρήματά σου.

Φλυαρία δεν είναι ο πολύς λόγος, είναι ο λόγος χωρίς βάθος

Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν πολύ και λένε λίγα.

Και υπάρχουν άνθρωποι που λένε λίγα και αφήνουν πίσω τους πολλά.

Η διαφορά δεν βρίσκεται στην ποσότητα των λέξεων.

Βρίσκεται στο βάθος που υπάρχει πίσω από αυτές.

Ο Blaise Pascal έγραψε: «Όλη η δυστυχία των ανθρώπων προέρχεται από ένα πράγμα, ότι δεν μπορούν να μείνουν ήσυχοι σε ένα δωμάτιο.»

Η σκέψη αυτή, πέρα από το αρχικό της πλαίσιο, μπορεί να διαβαστεί ως μια βαθύτερη παρατήρηση για την ανθρώπινη ανησυχία.

Ο άνθρωπος φοβάται τη σιωπή επειδή μέσα στη σιωπή δεν υπάρχει τίποτε να κρυφτεί πίσω από τον θόρυβο.

Εκεί συναντά τον εαυτό του.

Και ίσως γι’ αυτό ορισμένοι άνθρωποι μιλούν αδιάκοπα.

Όχι επειδή έχουν πολλά να πουν.

Αλλά επειδή φοβούνται αυτό που μπορεί να ακούσουν όταν πάψουν να μιλούν.

Η ευγένεια στον διάλογο δεν είναι αδυναμία.

Είναι αυτοκυριαρχία.

Το να μπορείς να διαφωνείς χωρίς να προσβάλλεις, να αντιτάσσεις επιχείρημα χωρίς να μειώνεις, να ακούς χωρίς να ειρωνεύεσαι και να απαντάς χωρίς να προσπαθείς να ταπεινώσεις τον άλλον, αποτελεί ένδειξη εσωτερικής καλλιέργειας.

Ο Μάρκος Αυρήλιος, μέσα από τη στωική του σκέψη, επανέρχεται διαρκώς στην ανάγκη να μην επιτρέπουμε στα πάθη των άλλων να γίνονται δικά μας πάθη.

Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική ελευθερία.

Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο άλλος.

Μπορούμε όμως να ελέγξουμε τον τρόπο με τον οποίο εμείς απαντούμε.

Δεν χρειάζεται να ακολουθήσουμε κάποιον στην ένταση.

Δεν χρειάζεται να ανταποδώσουμε την προσβολή.

Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε την αξία μας σε κάθε άνθρωπο που αμφισβητεί την αξία μας.

Ορισμένες φορές η πιο δυνατή απάντηση είναι η ήρεμη σιωπή.

Όχι η σιωπή της αδυναμίας.

Η σιωπή της επίγνωσης.

Η πνευματική ωριμότητα αρχίζει όταν μπορούμε να συνυπάρχουμε με τη διαφωνία.

Να δεχθούμε ότι ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Να αναγνωρίσουμε ότι η δική μας οπτική είναι μία οπτική και όχι ολόκληρο το Σύμπαν.

Ο Friedrich Nietzsche έγραψε: «Δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες.»

Η φράση αυτή, αν και συχνά υπεραπλουστεύεται, μας υπενθυμίζει κάτι σημαντικό, ότι ο άνθρωπος δεν αντικρίζει ποτέ την πραγματικότητα χωρίς τα φίλτρα της γλώσσας, της εμπειρίας, της παιδείας και της ψυχολογίας του.

Γι’ αυτό χρειάζεται ταπεινότητα.

Όχι την ταπεινότητα που μειώνει τον εαυτό.

Αλλά την ταπεινότητα που αναγνωρίζει τα όριά του.

Ίσως η σοφία να μην είναι να γνωρίζεις περισσότερα από τους άλλους.

Ίσως να είναι να γνωρίζεις πόσα ακόμη δεν γνωρίζεις.

Και όταν η συζήτηση γίνεται μάταιη;

Τότε υπάρχει και η επιλογή της αποχώρησης.

Δεν είναι κάθε συζήτηση άξια να κερδηθεί.

Δεν είναι κάθε άνθρωπος διαθέσιμος να ακούσει.

Δεν είναι κάθε διαφωνία πρόσκληση για διάλογο.

Κάποιες φορές πρέπει απλώς να αφήσουμε τον άλλον μέσα στο οικοδόμημα των βεβαιοτήτων του.

Όχι από αδιαφορία.

Αλλά επειδή κατανοούμε ότι κανείς δεν μπορεί να ανοίξει ένα παράθυρο σε έναν άνθρωπο που επιμένει να κρατά τα παντζούρια κλειστά.

Και τότε η απογοήτευση μπορεί να μεταμορφωθεί σε κατανόηση.

Ίσως να μην χρειάζεται να θυμώνουμε με εκείνον που δεν μπορεί να μας ακούσει.

Ίσως χρειάζεται να καταλάβουμε ότι ο καθένας ακούει μέχρι εκεί που φτάνει η εσωτερική του ωριμότητα.

Τελικά, ο άνθρωπος δεν κρίνεται από το πόσα είπε.

Κρίνεται και από όσα μπόρεσε να μην πει.

Από τις λέξεις που κράτησε όταν κατάλαβε ότι θα πλήγωναν.

Από τις απαντήσεις που δεν έδωσε όταν κατάλαβε ότι δεν θα οδηγούσαν πουθενά.

Από τις φορές που προτίμησε να ακούσει αντί να επιβληθεί.

Από την ικανότητά του να πει: «Δεν συμφωνώ, αλλά σε ακούω.»

Και ακόμη: «Μπορεί να κάνω λάθος, ας το εξετάσουμε μαζί.»

Εκεί αρχίζει ο πραγματικός διάλογος.

Εκεί η γνώμη παύει να είναι όπλο και γίνεται αναζήτηση.

Εκεί η γνώση παύει να είναι επίδειξη και γίνεται υπηρεσία.

Εκεί το Εγώ υποχωρεί και εμφανίζεται κάτι βαθύτερο.

Ο άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται τόσο να αποδείξει ότι έχει δίκιο, όσο να πλησιάσει λίγο περισσότερο την αλήθεια.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το ουσιαστικότερο μέτρο της πνευματικής μας καλλιέργειας.

Όχι πόσο δυνατά μπορούμε να μιλήσουμε, αλλά πόσο βαθιά μπορούμε να ακούσουμε.

Γιατί η φλυαρία γεμίζει τον χώρο.

Η γνώση τον φωτίζει.

Η ευγένεια τον εξευγενίζει.

Και η σιωπή, όταν έρχεται μετά από αληθινή σκέψη, μας επιτρέπει επιτέλους να ακούσουμε εκείνο που ο θόρυβος του Εγώ έκρυβε.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου