Το ταξίδι από το κέντρο του εγώ προς το κέντρο του Εαυτού

Το ταξίδι από το κέντρο του εγώ προς το κέντρο του Εαυτού

Θεμελιώδες, βαθύ και διαχρονικό, το ανθρώπινο άγχος για το νόημα και η αναζήτηση της ολοκλήρωσης.

Η ανθρώπινη ύπαρξη, σε αντίθεση με την απλή βιολογική ύπαρξη των άλλων οργανισμών, φαίνεται να χαρακτηρίζεται από ένα μοναδικό και συχνά επώδυνο δώρο, την ικανότητα -και την ανάγκη- να αμφισβητεί τον εαυτό της. Τα ερωτήματα:

«Γιατί υπάρχω;»,

«Ποιος είμαι;»,

«Υπάρχει σκοπός;»,

δεν είναι απλά πνευματικά παιχνίδια ή προϊόντα μελαγχολικών στιγμών. Αποτελούν τον πυρήνα μιας υπαρξιακής αναζήτησης που είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην συνείδησή μας, ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί επ’ αόριστον. Αυτή η αναζήτηση δεν είναι παθολογική, αλλά φυσιολογική, μάλιστα ίσως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό που μας διαφοροποιεί.

 

Το «κάλεσμα» ενός «άλλου επιπέδου ή εαυτού». Αυτή η διαισθητική γνώση ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από την ταυτότητα που προκύπτει από το όνομα μας, το επάγγελμά μας, τους κοινωνικούς μας ρόλους και τις καθημερινές μας ασχολίες, είναι το σημείο εκκίνησης όλης της πνευματικής και φιλοσοφικής αναζήτησης. Ο Carl Jung, ο διάσημος Ελβετός ψυχίατρος, θα το ονόμαζε διαδικασία της «ατομικοποίησης», ή ταξίδι προς την ολοκλήρωση του Εαυτού, μέσω της συνένωσης της συνείδησης με το ασυνείδητο. Ο Søren Kierkegaard, πατέρας του υπαρξισμού, θα μιλούσε για το άλμα προς τη «πνευματική σφαίρα» της ύπαρξης.

 

Αυτό το κάλεσμα δεν είναι απλώς μια φιλοσοφική έννοια. Είναι μια συναισθηματική και ψυχολογική πραγματικότητα που εκφράζεται ως ένα αίσθημα κενότητας, μιας «υπαρξιακής έλλειψης», μιας νοσταλγίας για κάτι που δεν μπορούμε να ονομάσουμε ακόμα. Είναι η αίσθηση ότι οι περισσότερες από τις κοσμικές μας επιδιώξεις, η επιτυχία, ο πλούτος, η αναγνώριση, είναι, σε τελική ανάλυση, υποκατάστατες για κάτι πολύ πιο ουσιώδες.

 

Όπως επισημαίνεται με ευκρίνεια, ο μεγαλύτερος εχθρός στην πορεία προς την αυτογνωσία και την ολοκλήρωση δεν είναι έξω, αλλά μέσα μας: «ο ίδιος μας ο εαυτός». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εαυτός μας είναι κακός, αλλά ότι είναι περιορισμένος, φοβισμένος και δεσμευμένος. Είναι το «επιφανειακό» επίπεδο της ύπαρξης, το οποίο ταυτίζεται πλήρως με:

Το Εγώ (Ego): Τη δομημένη αίσθηση του εαυτού που βασίζεται σε αναμνήσεις, ρόλους και αντικειμενικές επιτυχίες.

Τους Φόβους και τις Προσκολλήσεις: Το φόβο της απώλειας, της αλλαγής, του άγνωστου και του θανάτου.

Τις Συνήθειες της Σκέψης: Τους αυτοματοποιημένους νοητικούς διαλόγους και τις προκαταλήψεις που φιλτράρουν την εμπειρία μας.

 

Αυτό το «εγώ» αντιστέκεται φυσικά σε οποιαδήποτε αλλαγή που απειλεί τη σταθερότητα και την αφήγηση που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. Η αναζήτηση νοήματος απαιτεί τη διάλυση παλιών ταυτοτήτων, κάτι που είναι ψυχολογικά οδυνηρό και τρομακτικό. Γι’ αυτό και η πορεία είναι «εξαιρετικά δύσβατη».

 

Μια κρίσιμη διαδικασία: το ερώτημα πρέπει να μην «σκεπαστεί» αλλά να «καλλιεργηθεί». Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ μιας παροδικής μελαγχολίας και μιας γνησίας πνευματικής αναζήτησης. Η διαδικασία περιλαμβάνει:

Συναίσθηση και Αναγνώριση: Το να μην αποφεύγουμε το αίσθημα της κενότητας, αλλά να το αναγνωρίζουμε ως ένα σημαντικό μήνυμα.

Προβληματισμό και Έρευνα: Το να αφιερώνουμε χρόνο στη σκέψη, στη μελέτη φιλοσοφικών και πνευματικών παραδόσεων (ανατολικών και δυτικών), και στην αυτοπαρατήρηση.

Πράξη και Εμπειρία: Η γνώση δεν γίνεται σοφία μέχρι να ενσαρκωθεί. Αυτό μπορεί να σημαίνει διάφορες πρακτικές όπως ο διαλογισμός, ο στοχασμός, ή απλά η συνειδητοποιημένη παρατήρηση των καθημερινών πράξεων, της τέχνης και της φύσης.

 

Η ιδέα ότι «εάν πραγματικά αναζητούμε, με πάθος, θα βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε» είναι μια βαθιά πνευματική αρχή που συναντάται σε πολλές παραδόσεις («Ζητείτε και θα σας δοθεί…»). Δεν σημαίνει ότι οι απαντήσεις θα έρθουν μαγικά, αλλά ότι η αυθεντική και έντονη πρόθεση του ατόμου αλλάζει την αντίληψή του και τον ανοίγει σε πηγές γνώσης και συμβουλής που πριν ήταν αόρατες. Οι «κατάλληλοι σύντροφοι» μπορεί να είναι δάσκαλοι, μέντορες, θεραπευτές, ή απλά φίλοι που ταξιδεύουν στο ίδιο μονοπάτι. Η «κατάλληλη γνώση» μπορεί να βρεθεί σε ένα βιβλίο, μια διάλεξη, ή μια βαθιά προσωπική διορατική ενόραση.

 

Η «ολοκλήρωση» δεν πρέπει να εξισωθεί με την τελειότητα ή την απουσία προβλημάτων. Δεν είναι ένας στατικός προορισμός, αλλά μια συνεχής διαδικασία. Σημαίνει:

Αποδοχή της Ολότητας του Εαυτού: Το φως και το σκοτάδι, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες.

Ενσωμάτωση του Ασυνείδητου: Το να φέρνουμε στο φως τα υπόγεια κίνητρα και τραύματα που μας ελέγχουν.

Αίσθηση Συνδεσιμότητας: Η αίσθηση ότι δεν είμαστε απομονωμένα νησιά, αλλά μέρη ενός ευρύτερου ανθρώπινου και κοσμικού συνόλου. Εδώ βρίσκεται η «αρμονία με τους άλλους και τον κόσμο» που αναφέρεται.

 

Το υπαρξιακό άγχος, λοιπόν, δεν είναι εχθρός που πρέπει να καταπιεστεί, αλλά οδηγός που μας καλεί να ξεπεράσουμε την επιφανειακή ύπαρξη και να εμβαθύνουμε στο μυστήριο του ποιοι πραγματικά είμαστε. Είναι το κίνητρο για το πιο σημαντικό ταξίδι που μπορεί να κάνει ένα ανθρώπινο ον: το ταξίδι από το κέντρο του εγώ προς το κέντρο του Εαυτού. Είναι ένα ταξίδι που απαιτεί θάρρος, ειλικρίνεια και επιμονή, αλλά του οποίου ο μοναδικός πραγματικός κίνδυνος είναι να μην το ξεκινήσουμε ποτέ.

Η ανταμοιβή είναι ασύγκριτη, η εύρεση ενός βαθύτερου νοήματος, μιας γνησιότερης ειρήνης και μιας πιο αυθεντικής σχέσης με την ίδια την ύπαρξη.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου