Η αναζήτηση του θαύματος στην καθημερινή ύπαρξη. Μια ανάλυση του ποιήματος του Σεφέρη
Το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη από το βιβλίο «Μέρες Α’» αποτελεί βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό για την ανθρώπινη ύπαρξη και την αναζήτηση νοήματος.
Έπρεπε να φτάσω
στο κατώφλι της αυτοκαταστροφής
για να καταλάβω
πως το σπουδαίο δεν είναι
ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας,
ονειροπολώντας μιαν άλλη
πιο ενδιαφέρουσα,
αλλά να κάνουμε να λαλήσει
τούτη η ζωή, όπως μας δόθηκε,
την καθημερινή, την ταπεινή,
την ανθρώπινη,
όπου το καθετί
που μπορούσε να γυρέψουμε
πρέπει να υπάρχει.
Σ’ αυτή τη δική μας ζωή,
την αναφαίρετη και μοναδική
(αφού κανένας άλλος δεν την έχει)
που δίνει το χυμό στα έργα μας
και τα κάνει όμοια μ’ εμάς,
πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε
το θαύμα.
Ο ποιητής μας οδηγεί σε μια αποκάλυψη που προκύπτει μόνο μέσα από την ένταση της υπαρξιακής κρίσης:
«Έπρεπε να φτάσω
στο κατώφλι της αυτοκαταστροφής
για να καταλάβω».
Ο Σεφέρης αποκηρύσσει το συνηθισμένο αφήγημα ότι το νόημα βρίσκεται σε μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα ζωή. Αντί να ονειροπολούμε για μια εναλλακτική πραγματικότητα, ο ποιητής προτείνει μια ριζικά διαφορετική στάση:
«να κάνουμε να λαλήσει
τούτη η ζωή, όπως μας δόθηκε».
Εδώ εντοπίζουμε μια βασική μετατόπιση από την εξωτερική αναζήτηση προς την εσωτερική διερεύνηση.
Η ζωή που μας προσκαλεί να αγκαλιάσουμε ο Σεφέρης είναι «η καθημερινή, η ταπεινή, η ανθρώπινη». Σε αυτή την ταπείνωση του βιώματος βρίσκεται η αυθεντικότητα της ύπαρξής μας. Ο ποιητής ισχυρίζεται ότι
«όπου το καθετί
που μπορούσε να γυρέψουμε
πρέπει να υπάρχει»,
μια πανίσχυρη δήλωση ότι τίποτα από αυτά που αναζητούμε δεν απουσιάζει από την άμεση εμπειρία μας, αν μόνο μάθουμε να την βιώνουμε πλήρως.
Η έμφαση στη «δική μας ζωή, την αναφαίρετη και μοναδική» τονίζει την ατομική και ανεπανάληπτη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας. Η αναγνώριση ότι «κανένας άλλος δεν την έχει» αποτελεί προσωπική και υπαρξιακή ευθύνη απέναντι στη ζωή που μας δόθηκε.
Η φράση
«που δίνει το χυμό στα έργα μας
και τα κάνει όμοια μ’ εμάς»
υποδηλώνει ότι η αυθεντική δημιουργικότητα πηγάζει από την αποδοχή της ίδιας μας της ύπαρξης. Τα έργα μας γίνονται «όμοια μ’ εμάς» όταν τροφοδοτούνται από την αυθεντική εμπειρία της καθημερινότητάς μας.
Το ποίημα κορυφώνεται με την πρόκληση: «πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε
το θαύμα».
Αυτή η μάθηση δεν αφορά την απόκτηση νέων γνώσεων, αλλά μια μεταμόρφωση της αντίληψής μας, την ικανότητα να αναγνωρίζουμε το εκπληκτικό στο φαινομενικά συνηθισμένο.
Ο Σεφέρης δεν προτείνει μια φυγή από την πραγματικότητα, αλλά μια βαθύτερη εμβάπτιση σε αυτήν. Το ποίημα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η πραγματική μετάβαση δεν απαιτεί την αλλαγή των εξωτερικών συνθηκών, αλλά την εσωτερική μεταμόρφωση που μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την ουσία που ήδη υπάρχει στην καθημερινή μας ύπαρξη. Σε έναν κόσμο που μας προτρέπει συνεχώς να ονειροπολούμε για κάτι διαφορετικό, ο Σεφέρης μας καλεί να βρούμε το θαύμα εκεί που βρισκόμαστε ήδη.
Μιχάλης Γρηγορίου