Ο καρτεσιανός δυϊσμός και η διαχρονική αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης

Ο καρτεσιανός δυϊσμός και η διαχρονική αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης

Η καρτεσιανή διάκριση ψυχής και σώματος, παρότι γεννήθηκε τον 17ο αιώνα, άφησε αποτυπώματα που ακόμη καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τον άνθρωπο. Η διχοτόμηση ανάμεσα σε res cogitans και res extensa υπήρξε γόνιμη αλλά και αμφιλεγόμενη. Η ιστορία της σκέψης μετά τον Ντεκάρτ μπορεί να ιδωθεί και ως μια μακρά απόπειρα είτε να γεφυρωθεί είτε να υπερβεί αυτή τη διάκριση.

Στη σύγχρονη ψυχολογία, η κληρονομιά του Καρτέσιου είναι εμφανής. Από τη μία, η ψυχή νοείται ως πεδίο εσωτερικών διεργασιών -σκέψεων, συναισθημάτων, προθέσεων- που δεν μπορούν να αναχθούν απλά σε μηχανικές αντιδράσεις. Από την άλλη, το σώμα και ο εγκέφαλος θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες της ψυχικής ζωής. Ο συμπεριφορισμός, που κυριάρχησε τον 20ό αιώνα, προσπάθησε να παρακάμψει τη «φαντασμαγορία» της συνείδησης επικεντρώνοντας στο μετρήσιμο και παρατηρήσιμο. Ωστόσο, οι γνωσιακές επιστήμες επανέφεραν τον νου στο κέντρο του προβληματισμού, επιχειρώντας να τον κατανοήσουν μέσα από τη γλώσσα της πληροφορίας και της επεξεργασίας δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση, η καρτεσιανή ερώτηση -τι είναι η σκέψη και πώς συνδέεται με το σώμα- παραμένει υπόβαθρο κάθε ψυχολογικής θεωρίας.

Στις νευροεπιστήμες, η κληρονομιά του δυϊσμού γίνεται ακόμη πιο οξεία. Η πρόοδος της νευροβιολογίας δείχνει καθημερινά πόσο στενά συνδεδεμένες είναι οι νοητικές καταστάσεις με τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Οι σύγχρονοι ερευνητές μπορούν να ανιχνεύσουν ποια εγκεφαλικά δίκτυα ενεργοποιούνται όταν σκεφτόμαστε, όταν θυμόμαστε ή όταν παίρνουμε αποφάσεις. Και όμως, η εμπειρία της συνείδησης -η άμεση αίσθηση του «εγώ»- παραμένει ένα μυστήριο. Το λεγόμενο «σκληρό πρόβλημα της συνείδησης» (hard problem of consciousness) μαρτυρά την επίμονη ισχύ του καρτεσιανού ερωτήματος: πώς η ύλη γεννά τον νου; Ή μήπως ο νους δεν είναι απλώς προϊόν της ύλης;

Η φαινομενολογία, από την άλλη πλευρά, επιχείρησε να υπερβεί τον καρτεσιανό δυϊσμό χωρίς να τον αρνηθεί απλώς. Ο Έντμουντ Χούσερλ και ο Μάρτιν Χάιντεγγερ έδειξαν ότι η συνείδηση δεν είναι ένα κλειστό εσωτερικό «δοχείο» αποκομμένο από τον κόσμο, αλλά μια ανοιχτή σχέση με την πραγματικότητα. Ο Μερλώ-Ποντύ, ειδικότερα, ανέδειξε τη σημασία του «ενσαρκωμένου υποκειμένου»: ο νους δεν κατοικεί σε ένα σώμα όπως ο κυβερνήτης σε ένα πλοίο (όπως πίστευε ο Καρτέσιος), αλλά η ίδια η ύπαρξη είναι πάντοτε σωματοποιημένη. Ο άνθρωπος δεν «έχει» σώμα, είναι σώμα-και-νους μαζί.

Έτσι, ο καρτεσιανός δυϊσμός, αντί να ξεπεραστεί πλήρως, λειτουργεί ως διαρκές ερέθισμα. Στις επιστήμες του νου και στις φιλοσοφικές θεωρίες, είτε επιβεβαιώνεται, είτε απορρίπτεται, είτε αναθεωρείται, πάντα βρίσκεται στο παρασκήνιο. Μας υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μια ένταση ανάμεσα στο μετρήσιμο και στο άρρητο, ανάμεσα στον νόμο της φύσης και στην ελευθερία της σκέψης.

Και ίσως εδώ να έγκειται η γοητεία της καρτεσιανής κληρονομιάς: όχι στην οριστική απάντηση που έδωσε, αλλά στο ότι μας έμαθε να ζούμε με τα ερωτήματα. Να σκεφτόμαστε διαρκώς τι σημαίνει να είμαστε όντα που σκέφτονται και αισθάνονται, αλλά και όντα που κατοικούν έναν υλικό κόσμο. Η ψυχή και το σώμα δεν παύουν να μας καλούν σε έναν διάλογο που, όσο κι αν εξελιχθεί η επιστήμη, παραμένει ανοιχτός και ανεξάντλητος.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου