Η Παρόρμηση ως Άρρητη Ιστορία. Από τη Σιωπή στην Έκφραση
Κάθε παρόρμηση είναι μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ακόμα. Ένα αθέατο ρεύμα που αναδύεται από το βάθος του εαυτού και ζητά να αποκτήσει μορφή. Μέσα μας κινούνται δυνάμεις προαιώνιες, παθιασμένες και συχνά άναρθρες, φέρουν τη γλώσσα της επιθυμίας, της ανάγκης, του φόβου, της δημιουργίας. Όταν τις καταπνίγουμε, αυτές δεν σιωπούν, μεταμορφώνονται σε βάρος, σε σύμπτωμα, σε εσωτερική πληγή που ζητά να ακουστεί μέσα από την οδύνη.
Η υποκατάσταση της παρόρμησης +η μεταμόρφωσή της σε λόγο, τέχνη, στοχασμό- είναι η πιο ουσιαστική πράξη αυτογνωσίας. Δεν είναι άρνηση του ενστίκτου, αλλά η υπέρβασή του μέσω της συνείδησης. Όπως παρατηρεί ο Ηράκλειτος, «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων»· δηλαδή, ο χαρακτήρας -το εσωτερικό μας ήθος- είναι η μοίρα μας (απόσπ. 119). Και ο χαρακτήρας αυτός διαμορφώνεται από τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνομιλεί με τις παρορμήσεις του: αν τις καταπιέζει, γίνονται δαίμονες, αν τις μεταμορφώνει, γίνονται δημιουργία.
Η παρόρμηση είναι η πρώτη ύλη της ύπαρξης, ένα ανώνυμο αίτημα του ψυχισμού προς το φως της συνείδησης. Πριν γίνει λόγος ή πράξη, είναι καθαρή ενέργεια, ένα «χάος» που περιμένει να λάβει μορφή. Ο Νίτσε, στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (1883–1885), μας καλεί να αγκαλιάσουμε αυτό το διονυσιακό στοιχείο μέσα μας, γιατί μόνο μέσα από αυτό μπορεί να γεννηθεί η δημιουργικότητα: «Πρέπει να έχει κανείς μέσα του χάος για να μπορέσει να γεννήσει ένα άστρο που χορεύει». Το χάος των παρορμήσεων, επομένως, δεν είναι εμπόδιο, αλλά η ίδια η μήτρα της δημιουργίας.
Η υποκατάσταση είναι η πράξη μέσω της οποίας ο άνθρωπος μαθαίνει να κυβερνά χωρίς να ακρωτηριάζει το εσωτερικό του πάθος. Ο Φρόυντ, στο έργο του «Η Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό» (1930), περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως εξιδανίκευση (Sublimierung): τη μετατροπή των ενστίκτων σε μορφές πολιτισμού. Ο άνθρωπος, αδυνατώντας να ικανοποιήσει άμεσα τις ορμές του, τις μετατρέπει σε δημιουργικό έργο, σε τέχνη, σε επιστήμη, σε ποίηση. Η παρόρμηση του έρωτα μπορεί να γίνει ύμνος, η οργή να γίνει κραυγή δικαιοσύνης, η θλίψη να γεννήσει μουσική.
Ο Καρλ Γιουνγκ, ωστόσο, προχωρεί βαθύτερα. Στο «Αιών» (1951), επισημαίνει ότι το ασυνείδητο δεν είναι απλώς το πεδίο του απωθημένου, αλλά ο τόπος του δυναμικού νοήματος. «Ό,τι δεν έρχεται στη συνείδηση επιστρέφει ως μοίρα», γράφει. Η παρόρμηση, αν μείνει βουβή, γίνεται μοίρα, αν βρει φωνή, γίνεται αποκάλυψη. Η υποκατάσταση είναι λοιπόν η διαδικασία μέσα από την οποία το ασυνείδητο αναγνωρίζεται, γίνεται διάλογος, ενσωματώνεται στο εγώ.
Στην ποιητική γλώσσα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, αυτή η μεταμόρφωση εκφράζεται ως μύηση. «Ίσως όλες οι τρομάρες της ζωής να είναι στην ουσία στιγμές όπου κάτι νέο εισέρχεται μέσα μας» (Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή, 1903). Ο φόβος, η ορμή, η επιθυμία, όλα είναι μηνύματα του νέου που προσπαθεί να γεννηθεί μέσα από το παλιό. Η παρόρμηση δεν είναι απειλή, είναι πρόσκληση σε ωρίμανση.
Η τέχνη, η φιλοσοφία και η θρησκεία υπήρξαν πάντοτε τρόποι υποκατάστασης: μορφές μέσα από τις οποίες η ανθρώπινη ψυχή εκφράζει το ανείπωτο χωρίς να καταστρέφεται. Ο Πλάτων, στον Φαίδρο (245a–b), μιλά για τη «θεία μανία», εκείνη την ιερή παραφορά που οδηγεί τον άνθρωπο στην έμπνευση. Η παρόρμηση, όταν εξυψωθεί, γίνεται μανία δημιουργική, μια μορφή γνώσης που υπερβαίνει τη λογική.
Η υποκατάσταση της παρόρμησης είναι το μονοπάτι που οδηγεί από τη σιωπή στην έκφραση, από το χάος στη μορφή, από το ένστικτο στη συνείδηση. Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος δίνει φωνή σε αυτό που θα μπορούσε να τον τραυματίσει, και έτσι το μεταμορφώνει σε σοφία. Όπως έγραψε ο Ρίλκε, «το έργο της ζωής μας είναι να μεταμορφώνουμε το πάθος σε φως».
Κάθε παρόρμηση, επομένως, είναι μια άγραφη αφήγηση, μια ιστορία που περιμένει να ειπωθεί χωρίς ντροπή, χωρίς φόβο. Η υποκατάστασή της δεν την προδίδει, την ολοκληρώνει. Γιατί ό,τι δεν λέγεται, γίνεται πληγή, κι ό,τι εκφράζεται με αλήθεια, γίνεται κάθαρση.
Η ελευθερία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην απουσία των παρορμήσεων, αλλά στην ικανότητα να τις μεταστοιχειώνει. Όταν η σιωπή μετατρέπεται σε λόγο, η πληγή σε ιστορία και το ένστικτο σε δημιουργία, τότε ο άνθρωπος δεν είναι πια δέσμιος των παθών του, αλλά δημιουργός του ίδιου του νοήματος της ζωής του.
Μιχάλης Γρηγορίου