Ο πλούτος που δεν αποκτάται. Στοχασμοί πάνω στα αληθινά πολύτιμα της ζωής
Ζούμε σε μια εποχή που έχει μάθει να αποτιμά σχεδόν τα πάντα. Η αξία μεταφράζεται σε αριθμούς, η επιτυχία σε περιουσιακά στοιχεία, η αναγνώριση σε μετρήσιμα μεγέθη. Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται να συλλέγει:
εμπειρίες ως επιτεύγματα,
αντικείμενα ως αποδείξεις προόδου,
τίτλους ως εχέγγυα νοήματος.
Κι όμως, μέσα στην αδιάκοπη αυτή διαδικασία συσσώρευσης, αναδύεται επίμονα ένα παράδοξο. Όσα καθορίζουν βαθύτερα την ανθρώπινη ύπαρξη δεν υπόκεινται στη λογική της κατοχής.
Τα πιο πολύτιμα αγαθά της ζωής δεν βρίσκονται στις βιτρίνες του κόσμου. Δεν αγοράζονται, δεν ανταλλάσσονται, δεν κληρονομούνται ως ιδιοκτησία. Είναι βιώματα, σχέσεις, εσωτερικές μεταμορφώσεις. Υπάρχουν μόνο στον βαθμό που τα ζούμε και μας διαμορφώνουν. Και ακριβώς επειδή δεν ανήκουν στη σφαίρα της κατοχής, δεν μπορούν να υπολογιστούν με τους όρους της αγοράς.
Ο άνθρωπος, από την αρχαιότητα ακόμη, αναζητούσε τι είναι αυτό που κάνει τη ζωή άξια να βιώνεται. Η απάντηση δεν υπήρξε ποτέ μονοσήμαντη. Ωστόσο, οι σημαντικότερες φιλοσοφικές παραδόσεις συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση. Η αληθινή πληρότητα δεν ταυτίζεται με την εξωτερική αφθονία.
Ο Επίκουρος έγραφε χαρακτηριστικά: «Δεν καταστρέφει τη ζωή μας όσα έχουμε λίγα, αλλά η αχόρταγη επιθυμία για περισσότερα.»
Η φράση αυτή δεν αποτελεί άρνηση της υλικής πραγματικότητας. Δεν εξιδανικεύει τη στέρηση ούτε υποτιμά τις ανθρώπινες ανάγκες. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η δυστυχία γεννιέται συχνά από τη σύγχυση ανάμεσα σε αυτό που είναι αναγκαίο και σε εκείνο που παρουσιάζεται ως απαραίτητο. Ο άνθρωπος δεν υποφέρει μόνο επειδή στερείται, αλλά και επειδή επιθυμεί αδιάκοπα όσα πιστεύει ότι θα τον ολοκληρώσουν.
Κι όμως, η ολοκλήρωση δεν έρχεται πάντοτε ως απόκτηση. Έρχεται, συχνά, ως αποκάλυψη.
Η πρώτη ανάσα ενός παιδιού δεν προσθέτει τίποτε στον τραπεζικό λογαριασμό ενός ανθρώπου, μεταβάλλει, όμως, ριζικά την αίσθηση του χρόνου και της ευθύνης. Ένα αυθόρμητο χαμόγελο αγαπημένου προσώπου δεν αλλάζει τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, αλλά ανασυνθέτει τον εσωτερικό της κόσμο. Μια αγκαλιά σε στιγμή απώλειας δεν αναιρεί τον πόνο, τον καθιστά όμως υποφερτό.
Υπάρχουν στιγμές που η ανθρώπινη ύπαρξη αποκαλύπτει το αληθινό της μέγεθος μέσα από τη σιωπή. Όταν δύο άνθρωποι δεν χρειάζονται πλέον λέξεις για να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, όταν η παρουσία γίνεται πιο εύγλωττη από κάθε εξήγηση, τότε αναδύεται μια μορφή επικοινωνίας που δεν μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.
Ο Μάρτιν Μπούμπερ, στο έργο του Εγώ και Εσύ, υποστήριζε ότι: «Κάθε αληθινή ζωή είναι συνάντηση.»
Ο άνθρωπος δεν συγκροτεί την ταυτότητά του στην απομόνωση, αλλά στη σχέση. Η ύπαρξή του δεν είναι αυτάρκης. Γίνεται βαθύτερη μέσα από το βλέμμα που τον αναγνωρίζει, τη φροντίδα που τον περιβάλλει, την αγάπη που τον καλεί να υπερβεί τον εγωκεντρισμό του. Οι άλλοι δεν αποτελούν απλώς συνοδοιπόρους της διαδρομής μας, είναι οι καθρέφτες μέσα στους οποίους αντιλαμβανόμαστε ποιοι είμαστε.
Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι που παραμένουν στις δύσκολες ώρες αποκτούν ανεκτίμητη αξία. Δεν προσφέρουν λύσεις σε όλα τα προβλήματα ούτε εξαλείφουν τις αντιξοότητες. Προσφέρουν, όμως, κάτι σπανιότερο, την αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι.
Ο Σενέκας σημείωνε: «Ένα από τα ωραιότερα αγαθά της αληθινής φιλίας είναι ότι ελαφραίνει τις έγνοιες και διπλασιάζει τις χαρές.»
Η παρουσία των άλλων λειτουργεί ως καταφύγιο απέναντι στην αβεβαιότητα της ύπαρξης. Σε έναν κόσμο όπου η χρησιμότητα συχνά καθορίζει την αξία των σχέσεων, η ανιδιοτελής παραμονή δίπλα στον άλλο αποτελεί πράξη βαθιάς αντίστασης. Δηλώνει ότι ο άνθρωπος αξίζει όχι για όσα προσφέρει ή επιτυγχάνει, αλλά επειδή είναι άνθρωπος.
Παράλληλα, η καλοσύνη αποτελεί μία από τις πιο αθόρυβες και ταυτόχρονα ισχυρές μορφές πλούτου. Δεν επιβάλλεται ούτε επιδεικνύεται. Εκδηλώνεται στις μικρές χειρονομίες, σε μια πράξη συμπαράστασης, σε έναν λόγο παρηγοριάς, σε μια συγχώρεση που δεν υπαγορεύεται από συμφέρον.
Ο Άλμπερτ Σβάιτσερ έγραφε: «Ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής είναι να υπηρετεί, να δείχνει συμπόνια και να έχει τη βούληση να βοηθά τους άλλους.»
Η καλοσύνη μάς υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη φύση δεν εξαντλείται στον ανταγωνισμό. Υπάρχει μέσα μας η δυνατότητα της προσφοράς, της συνύπαρξης και της αλληλεγγύης. Κάθε φορά που ενεργούμε με γενναιοδωρία, διευρύνουμε τα όρια του εαυτού μας.
Ωστόσο, τα πολύτιμα της ζωής δεν εντοπίζονται μόνο στους άλλους. Βρίσκονται και στην ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσουμε με τον χρόνο και την επίγνωση.
Το φως που εισέρχεται από το παράθυρο ένα ήσυχο πρωινό, η μυρωδιά της βροχής πάνω στο χώμα, το τραγούδι ενός πουλιού πριν ακόμη ξυπνήσει η πόλη, είναι εμπειρίες φαινομενικά ασήμαντες. Η επαναληπτικότητά τους τις καθιστά αόρατες. Κι όμως, μέσα σε αυτές κατοικεί μια μορφή σοφίας: η υπενθύμιση ότι το θαύμα δεν βρίσκεται πάντοτε στο εξαιρετικό αλλά στο οικείο.
Ο Μάρκος Αυρήλιος συμβούλευε: «Να δέχεσαι χωρίς αλαζονεία όσα σου προσφέρει η τύχη και να τα αποχωρίζεσαι χωρίς προσκόλληση.»
Η επίγνωση της παροδικότητας δεν μειώνει την αξία των στιγμών, την εντείνει. Επειδή γνωρίζουμε ότι όλα είναι περαστικά, μπορούμε να τα αγαπήσουμε βαθύτερα. Η θνητότητα δεν αποτελεί μόνο πηγή αγωνίας αλλά και θεμέλιο ευγνωμοσύνης.
Ανάλογη υπήρξε και η σκέψη του Βίκτορ Φρανκλ, ο οποίος, έχοντας βιώσει τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Από τον άνθρωπο μπορούν να αφαιρεθούν τα πάντα εκτός από ένα. Η τελευταία από τις ανθρώπινες ελευθερίες, να επιλέγει τη στάση του απέναντι στις δεδομένες συνθήκες.»
Ο Φρανκλ μας υπενθυμίζει ότι το νόημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξωτερικές συνθήκες. Ακόμη και μέσα στην απώλεια, ο άνθρωπος διατηρεί τη δυνατότητα να αγαπά, να ελπίζει, να νοηματοδοτεί τον πόνο και να ανακαλύπτει λόγους για να συνεχίζει.
Ίσως, τελικά, ο πλούτος της ανθρώπινης ύπαρξης να μην βρίσκεται σε όσα συσσωρεύουμε αλλά σε όσα μας μεταμορφώνουν. Στις εμπειρίες που βαθαίνουν την αυτογνωσία μας. Στους ανθρώπους που μας διδάσκουν την πίστη και την αφοσίωση. Στις δοκιμασίες που αποκαλύπτουν αντοχές που αγνοούσαμε ότι διαθέτουμε. Στις στιγμές ομορφιάς που περνούν σχεδόν απαρατήρητες και, παρ’ όλα αυτά, αφήνουν μέσα μας περισσότερο φως απ’ όσο θόρυβο.
Ο Σωκράτης είχε πει: «Ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να βιώνεται.»
Ίσως η βαθύτερη σημασία αυτής της διαπίστωσης να βρίσκεται στην πρόσκληση να αναρωτηθούμε τι θεωρούμε πραγματικά πολύτιμο. Να εξετάσουμε αν οι επιδιώξεις μας εκφράζουν αυθεντικές ανάγκες ή κοινωνικές επιταγές. Να αναγνωρίσουμε ότι η επιτυχία χωρίς νόημα αφήνει κενό, ενώ μια ζωή με αγάπη, αλήθεια και συνείδηση μπορεί να είναι πλήρης ακόμη και μέσα στην ατέλειά της.
Γιατί τα πιο πολύτιμα αγαθά δεν γεμίζουν τα χέρια αλλά την καρδιά. Δεν επιδεικνύονται, αλλά βιώνονται. Δεν αποκτώνται, αλλά προσφέρονται ως δώρα μέσα στην εύθραυστη περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο απελευθερωτική αλήθεια. Ότι ο άνθρωπος δεν είναι φτωχός όταν κατέχει λίγα, αλλά όταν αδυνατεί να αναγνωρίσει τον ανεκτίμητο πλούτο που ήδη του έχει δοθεί. Το βλέμμα ενός αγαπημένου προσώπου, η εμπιστοσύνη μιας φιλίας, η δύναμη της συγχώρεσης, η γαλήνη μιας συνειδητής στιγμής, η δυνατότητα να ελπίζουμε ακόμη και μέσα στο σκοτάδι.
Εκεί, στα απλά και ανυπολόγιστα, κατοικεί ο αληθινός πλούτος του ανθρώπου. Εκεί όπου η ψυχή θυμάται πως ο σκοπός της δεν είναι να κατέχει τον κόσμο, αλλά να τον συναντά με ευγνωμοσύνη, να τον αγαπά με γενναιοδωρία και να τον φωτίζει με την παρουσία της.
Μιχάλης Γρηγορίου