Η Άπυλη Πύλη. Το παράδοξο της αναζήτησης και η σιγή της άμεσης εμπειρίας

Η Άπυλη Πύλη. Το παράδοξο της αναζήτησης και η σιγή της άμεσης εμπειρίας

Υπάρχουν ορισμένες φράσεις που μοιάζουν να αντιστέκονται στην ίδια τη λειτουργία της γλώσσας. Δεν περιγράφουν απλώς μια ιδέα, την υπονομεύουν, την αναποδογυρίζουν, την ωθούν στα όριά της μέχρι εκεί όπου οι λέξεις χάνουν την αυτονόητη βεβαιότητά τους. Μία από αυτές είναι η περίφημη έκφραση του Ζεν: «Η άπυλη πύλη».

Πώς μπορεί να υπάρχει πύλη χωρίς πύλη;

Πώς είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για πέρασμα εκεί όπου δεν υπάρχει είσοδος, εμπόδιο ή σύνορο;

Το παράδοξο αυτό δεν αποτελεί λογοτεχνική υπερβολή ούτε ένα ευφυές παιχνίδι με τις έννοιες. Αποτελεί μια ριζική αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη σχέση του με την πραγματικότητα.

Η έκφραση συνδέεται με το έργο The Gateless Gate (Mumonkan), τη συλλογή σαράντα οκτώ κοάν που συνέταξε τον 13ο αιώνα ο Ζεν δάσκαλος Wumen Huikai. Στον πρόλογό του γράφει: «Ο Μεγάλος Δρόμος δεν έχει πύλη. Χιλιάδες δρόμοι οδηγούν σε αυτόν. Αν περάσεις αυτή την άπυλη πύλη, θα βαδίσεις ελεύθερα σε ολόκληρο το σύμπαν.»

Το κείμενο μοιάζει να προσφέρει καθοδήγηση, αλλά στην πραγματικότητα αφαιρεί κάθε στήριγμα.

Αν ο Μεγάλος Δρόμος δεν έχει πύλη, τότε τι ακριβώς πρέπει να διαβεί κανείς;

Και αν δεν υπάρχει εμπόδιο, γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη βιώνει τόσο έντονα τον χωρισμό, την έλλειψη και την αίσθηση ότι βρίσκεται «απέξω» από κάτι ουσιώδες;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στην ίδια τη δομή της συνείδησής μας.

Ο άνθρωπος ζει σχεδόν πάντοτε μέσα από αφηγήσεις. Κατασκευάζει μια εικόνα του εαυτού του, έναν εσωτερικό πρωταγωνιστή που αγωνίζεται να ολοκληρωθεί. Υπάρχει ο σημερινός εαυτός και ο μελλοντικός εαυτός, υπάρχει αυτό που είναι και αυτό που θα έπρεπε να είναι. Η ευτυχία, η γαλήνη, η σοφία ή η φώτιση τοποθετούνται κάπου μπροστά, σαν ένας προορισμός που απαιτεί κόπο, τεχνική και επίτευξη.

Έτσι γεννιέται η πύλη.

Η πύλη δεν είναι αντικειμενική πραγματικότητα, είναι ψυχολογική κατασκευή. Είναι η αίσθηση ότι κάτι μας χωρίζει από την πληρότητα της ύπαρξης. Ότι είμαστε ανεπαρκείς και οφείλουμε να γίνουμε κάτι άλλο για να δικαιωθούμε.

Η εικόνα του ονείρου φωτίζει εύγλωττα αυτή την κατάσταση. Φαντάσου ότι ονειρεύεσαι πως βρίσκεσαι μπροστά σε μια βαριά, κλειδωμένη πόρτα. Πανικοβάλλεσαι. Ψάχνεις το κλειδί, δοκιμάζεις τρόπους να τη σπάσεις, φοβάσαι μήπως δεν περάσεις ποτέ στην άλλη πλευρά. Η αγωνία είναι πραγματική, οι χτύποι της καρδιάς επιταχύνονται, η απόγνωση σε κατακλύζει. Όμως, όταν ξυπνάς, συνειδητοποιείς ότι δεν υπήρξε ποτέ ούτε πόρτα ούτε κλειδαριά. Το εμπόδιο ήταν μέρος του ίδιου του ονείρου.

Αυτό ακριβώς υπαινίσσεται η «άπυλη πύλη». Η δυσκολία που βιώνουμε είναι αληθινή ως εμπειρία, όχι όμως απαραίτητα ως αντικειμενικό γεγονός. Η αίσθηση του χωρισμού μπορεί να είναι προϊόν της άγνοιας που δημιουργεί ο νους όταν προσκολλάται στις έννοιες που ο ίδιος κατασκευάζει.

Ο Lao Zu είχε διατυπώσει αιώνες νωρίτερα μια παρόμοια προειδοποίηση: «Το Τάο που μπορεί να ειπωθεί δεν είναι το αιώνιο Τάο.»

Η γλώσσα διαχωρίζει, ορίζει, ταξινομεί. Είναι πολύτιμο εργαλείο, αλλά λειτουργεί μέσω διακρίσεων:

αυτό και εκείνο,

εγώ και ο άλλος,

υποκείμενο και αντικείμενο.

Η άμεση εμπειρία της πραγματικότητας προηγείται αυτών των διαχωρισμών. Όταν επιχειρούμε να την αιχμαλωτίσουμε πλήρως σε έννοιες, κάτι αναπόφευκτα διαφεύγει.

Η παράδοση του Ζεν δεν απορρίπτει τη σκέψη, αμφισβητεί την κυριαρχία της. Υπενθυμίζει ότι η νοητική κατανόηση δεν ταυτίζεται με τη βίωση.

Ο Ludwig Wittgenstein, από εντελώς διαφορετική φιλοσοφική αφετηρία, κατέληξε σε μια αξιοσημείωτα συγγενική διατύπωση στο τέλος του Tractatus Logico-Philosophicus: «Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς, γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει.»

Η περίφημη αυτή φράση συχνά παρερμηνεύεται ως άρνηση του μυστηρίου. Αντιθέτως, υποδηλώνει ότι υπάρχουν όψεις της πραγματικότητας που δεν εξαντλούνται από την περιγραφή τους. Δεν παύουν να υπάρχουν, απλώς δεν χωρούν πλήρως στο δίχτυ της γλώσσας.

Παρόμοια, το Ζεν δεν ισχυρίζεται ότι η αλήθεια είναι ανέκφραστη με την έννοια του αδύνατου, ισχυρίζεται ότι η αλήθεια είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τις εξηγήσεις μας γι’ αυτήν.

Η σύγχρονη συνείδηση, ωστόσο, δυσκολεύεται να αποδεχθεί αυτό το όριο. Έχουμε εκπαιδευτεί να πιστεύουμε ότι κάθε πρόβλημα διαθέτει τεχνική λύση, ότι κάθε έλλειψη μπορεί να καλυφθεί μέσω περισσότερης γνώσης, περισσότερης πληροφορίας, περισσότερου ελέγχου. Ακόμη και η πνευματικότητα συχνά μετατρέπεται σε πρόγραμμα αυτοβελτίωσης. Μια νέα μέθοδος για να γίνει κανείς «καλύτερος εαυτός».

Αλλά ποιος ακριβώς είναι αυτός ο εαυτός που θα βελτιωθεί;

Ο Jiddu Krishnamurti παρατηρούσε: «Η αλήθεια είναι μια χώρα χωρίς δρόμους.»

Δεν υπάρχει προκαθορισμένη διαδρομή, επειδή κάθε διαδρομή κινδυνεύει να γίνει νέο αντικείμενο προσκόλλησης. Όταν η μέθοδος μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, η πύλη που υποτίθεται ότι θα ξεπερνούσαμε ανακατασκευάζεται εκ νέου.

Η αναζήτηση γίνεται ταυτόχρονα το μέσο και το εμπόδιο.

Και όμως, το παράδοξο της άπυλης πύλης δεν συνεπάγεται παθητικότητα. Δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται άσκηση, πειθαρχία ή στοχασμός. Οι πρακτικές του Ζεν, ο διαλογισμός, η προσοχή στην καθημερινή πράξη, η συνάντηση με τα κοάν, υπάρχουν ακριβώς για να αποκαλύψουν το σημείο όπου η αναζήτηση εξαντλεί τα όριά της.

Δεν μας οδηγούν σε μια εξωτερική αλήθεια, μας επαναφέρουν σε αυτό που ήδη είναι παρόν.

Ο Blaise Pascal είχε γράψει: «Η καρδιά έχει τους λόγους της που η λογική δεν γνωρίζει.»

Η φράση αυτή δεν αποτελεί απόρριψη της λογικής αλλά αναγνώριση της μερικότητάς της. Υπάρχουν τρόποι γνώσης που δεν είναι αποκλειστικά αναλυτικοί:

η διαισθητική κατανόηση,

η αισθητική συγκίνηση,

η σιωπηλή επίγνωση της παρουσίας.

Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει επαρκώς τη γεύση του νερού σε εκείνον που δεν έχει πιει ποτέ. Κανείς δεν μπορεί να εξαντλήσει την εμπειρία της αγάπης μέσω ορισμών. Η ζωή διαθέτει μια αμεσότητα που προηγείται της ερμηνείας.

Ίσως γι’ αυτό τα κοάν μοιάζουν συχνά παράλογα. Δεν επιδιώκουν να παράσχουν απαντήσεις αλλά να διαρρήξουν τις συνήθεις συνήθειες του νου. Να προκαλέσουν μια ρωγμή μέσα από την οποία μπορεί να φανεί, έστω στιγμιαία, ότι η πραγματικότητα δεν ταυτίζεται με τις έννοιες που έχουμε σχηματίσει γι’ αυτήν.

Τελικά, η άπυλη πύλη μιλά για μια βαθιά ανθρώπινη ειρωνεία, αναζητούμε αδιάκοπα εκείνο από το οποίο δεν έχουμε ποτέ απομακρυνθεί. Αγωνιζόμαστε να φτάσουμε σε έναν τόπο που δεν βρίσκεται στο τέλος του δρόμου αλλά στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε εδώ και τώρα.

Η συνειδητοποίηση αυτή δεν καταργεί τον πόνο, την αβεβαιότητα ή την ανθρώπινη ευθραυστότητα. Μεταμορφώνει, όμως, τη σχέση μας μαζί τους. Αν δεν υπάρχει τελικά πύλη, τότε ίσως η ζωή να μην είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια υπέρβασης του παρόντος, αλλά μια άσκηση αφύπνισης μέσα σε αυτό.

Και τότε η ερώτηση δεν είναι πλέον.

Πώς θα περάσω;

Αλλά.

Ποιος είναι εκείνος που πιστεύει ότι βρίσκεται απέξω;

Ίσως, μέσα στη σιγή που ακολουθεί αυτό το ερώτημα, να αρχίζει να διαφαίνεται η ουσία της άπυλης πύλης:

όχι ως θεωρία προς αποδοχή,

ούτε ως δόγμα προς υπεράσπιση,

αλλά ως ζωντανή εμπειρία μιας πραγματικότητας που ήταν πάντοτε παρούσα,

τόσο απλής, τόσο άμεσης και τόσο οικείας, ώστε ο νους, αναζητώντας το εξαιρετικό, ξεχνά να την αναγνωρίσει.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου