Το τελευταίο οχυρό της ελευθερίας. Όταν η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά η παραίτηση της ανθρώπινης σκέψης
Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται άλλοτε ως η μεγαλύτερη ελπίδα της ανθρωπότητας και άλλοτε ως η πιο σκοτεινή της απειλή. Οι δημόσιες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από το αν οι μηχανές θα ξεπεράσουν τον άνθρωπο, αν θα καταλάβουν την εργασία, αν θα ελέγξουν την πληροφορία ή ακόμη και την ίδια την κοινωνία. Όμως ίσως το ουσιαστικότερο ερώτημα βρίσκεται αλλού.
Η μεγαλύτερη απειλή του μέλλοντος δεν είναι ότι οι μηχανές θα μάθουν να σκέφτονται.
Είναι ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να το κάνουν.
Η ιστορία διδάσκει πως κανένας πολιτισμός δεν καταστράφηκε επειδή δημιούργησε ισχυρά εργαλεία. Καταστράφηκε όταν οι άνθρωποι έπαψαν να χρησιμοποιούν την κρίση τους απέναντι σε αυτά. Η φωτιά, η τυπογραφία, η ηλεκτρική ενέργεια, το διαδίκτυο και τώρα η τεχνητή νοημοσύνη είναι μέσα. Δεν διαθέτουν ηθική ούτε πρόθεση. Η κατεύθυνση που θα πάρουν εξαρτάται πάντοτε από το χέρι και τον νου που τα χρησιμοποιεί.
Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η ευφυΐα των αλγορίθμων.
Είναι η αδράνεια του ανθρώπινου πνεύματος.
Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης θεμελίωσε ολόκληρη τη φιλοσοφία πάνω στην αμφισβήτηση. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι κατείχε την αλήθεια. Αντίθετα, δήλωνε: «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα.» Η φράση αυτή δεν αποτελεί παραδοχή αδυναμίας αλλά έκφραση πνευματικής ταπεινότητας. Η αληθινή σοφία αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας και συνεχίζουμε να αναζητούμε.
Ακριβώς αυτή η αναζήτηση απειλείται σήμερα.
Όταν κάθε ερώτημα αποκτά μια άμεση απάντηση από μια μηχανή, ο πειρασμός δεν είναι να αξιοποιήσουμε τη γνώση. Είναι να εγκαταλείψουμε τη διαδικασία της σκέψης που οδηγεί σε αυτήν.
Η σκέψη, όμως, δεν είναι μόνο παραγωγή απαντήσεων.
Είναι άσκηση χαρακτήρα.
Είναι η ικανότητα να αμφιβάλλεις, να συγκρούεσαι με τις βεβαιότητές σου, να εξετάζεις επιχειρήματα, να αλλάζεις γνώμη όταν τα γεγονότα το απαιτούν.
Ο Ρενέ Ντεκάρτ έγραψε το περίφημο «Cogito, ergo sum», «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.» Δεν είπε «γνωρίζω, άρα υπάρχω», ούτε «υπολογίζω, άρα υπάρχω». Η ίδια η πράξη της σκέψης αποτελεί τη βαθύτερη επιβεβαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν η σκέψη ανατεθεί ολοκληρωτικά σε εξωτερικά συστήματα, τότε δεν χάνεται απλώς μια δεξιότητα. Αποδυναμώνεται ένα θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας.
Η τεχνολογία μάς προσφέρει ευκολία.
Κάθε ευκολία, όμως, συνοδεύεται από έναν κίνδυνο.
Την ατροφία όσων δεν χρησιμοποιούμε.
Όπως ένας μυς εξασθενεί όταν δεν ασκείται, έτσι και η κριτική σκέψη φθίνει όταν αντικαθίσταται από έτοιμες απαντήσεις.
Η Χάνα Άρεντ, αναλύοντας τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα, υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο κακό δεν γεννιέται πάντοτε από φανατικούς ή σατανικές προσωπικότητες, αλλά από ανθρώπους που παύουν να σκέφτονται κριτικά. Η περίφημη έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» υπενθυμίζει ότι η απουσία στοχασμού μπορεί να αποβεί εξίσου επικίνδυνη με την κακή πρόθεση.
Μια κοινωνία δεν χάνει την ελευθερία της μόνο όταν της την αφαιρούν.
Τη χάνει και όταν παύει να την ασκεί.
Η ελευθερία δεν είναι απλώς πολιτικό δικαίωμα.
Είναι πνευματική κατάσταση.
Ο Εμμάνουελ Καντ, στο κείμενό του για τον Διαφωτισμό, διατύπωσε το περίφημο σύνθημα «Sapere Aude», «Τόλμησε να γνωρίζεις. Τόλμησε να χρησιμοποιείς τον δικό σου νου.» Για τον Καντ, η ανωριμότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη νοημοσύνης αλλά στην απροθυμία να σκεφτεί κανείς χωρίς την καθοδήγηση άλλων.
Ίσως σήμερα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να επαναλάβουμε αυτό το κάλεσμα.
Γιατί η εξάρτηση δεν εμφανίζεται πλέον μόνο με τη μορφή της λογοκρισίας ή της καταστολής.
Εμφανίζεται ως άνεση.
Ως ταχύτητα.
Ως αυτοματοποίηση.
Ως η ευχάριστη ψευδαίσθηση ότι κάποιος άλλος μπορεί να σκέφτεται αντί για εμάς.
Ο Τζορτζ Όργουελ είχε προειδοποιήσει πως «η ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους ανθρώπους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν.» Η ελευθερία, όμως, προϋποθέτει κάτι ακόμη βαθύτερο. Το δικαίωμα και την ικανότητα να σκέφτεσαι αυτό που οι άλλοι δεν τόλμησαν να σκεφτούν.
Η δημιουργικότητα, η επιστήμη, η τέχνη και κάθε μεγάλη ανθρώπινη πρόοδος γεννήθηκαν από ανθρώπους που αμφισβήτησαν το προφανές. Αν όλοι αρκούνταν στις εύκολες απαντήσεις της εποχής τους, ούτε η φιλοσοφία θα είχε γεννηθεί ούτε η επιστήμη θα είχε εξελιχθεί.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γράψει κείμενα.
Μπορεί να συνθέσει μουσική.
Μπορεί να αναλύσει τεράστιους όγκους δεδομένων.
Δεν μπορεί, όμως, να αναλάβει την ηθική ευθύνη των αποφάσεών μας.
Δεν μπορεί να αγαπήσει.
Δεν μπορεί να μετανοήσει.
Δεν μπορεί να αναλάβει το βάρος της συνείδησης.
Αυτό παραμένει αποκλειστικά ανθρώπινο.
Ο Βίκτορ Φράνκλ έγραφε ότι «ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδραση υπάρχει ένας χώρος. Μέσα σε αυτόν τον χώρο βρίσκεται η ελευθερία και η δύναμή μας να επιλέξουμε την απάντησή μας.» Αυτός ο χώρος είναι η σκέψη. Αν πάψουμε να τον κατοικούμε, αν αντιδρούμε αυτόματα σε ό,τι μας προτείνουν οι αλγόριθμοι, τότε παραχωρούμε το πιο πολύτιμο ανθρώπινο προνόμιο, τη συνειδητή επιλογή.
Το μέλλον δεν θα κριθεί από το πόσο έξυπνες θα γίνουν οι μηχανές.
Θα κριθεί από το αν οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να καλλιεργούν την κρίση, τη φαντασία, τη συνείδηση και την ευθύνη τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει ο σπουδαιότερος συνεργάτης του ανθρώπου.
Μπορεί όμως να μετατραπεί και στο πιο βολικό άλλοθι για να εγκαταλείψουμε τη δύσκολη εργασία της σκέψης.
Και τότε δεν θα έχουμε ηττηθεί από την τεχνολογία.
Θα έχουμε ηττηθεί από την εθελούσια παραίτηση του ίδιου μας του πνεύματος.
Ίσως, τελικά, το τελευταίο καταφύγιο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας να μην είναι η δύναμη, ούτε η γνώση, ούτε η τεχνολογία.
Να είναι η αδιάκοπη προσπάθεια να σκεφτόμαστε με τον δικό μας νου.
Να αμφισβητούμε χωρίς φόβο.
Να δημιουργούμε χωρίς προκαθορισμένα όρια.
Να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας.
Γιατί όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να σκέφτεται ελεύθερα, καμία μηχανή δεν μπορεί να κυριαρχήσει πάνω του.
Η πραγματική ελευθερία δεν βρίσκεται στην απουσία της τεχνολογίας.
Βρίσκεται στην άρνηση να παραδώσουμε σε αυτήν ό,τι πολυτιμότερο διαθέτουμε, την κρίση, τη συνείδηση και την ικανότητα να αναζητούμε την αλήθεια μόνοι μας.
Μιχάλης Γρηγορίου