Η φύση της τέχνης και της μνήμης
Το ποίημα του Αλέξη Μινωτή, που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί βαθιά μεταφυσική μελέτη για τη φύση της τέχνης, της ύπαρξης και της μνήμης, εξερευνώντας δύο φαινομενικά αντιθετικές αλλά ουσιαστικά συμπληρωματικές μορφές δημιουργικής έκφρασης: την εφήμερη υλική τέχνη και την άυλη αλλά διαρκή παρουσία της θεατρικής απόδοσης.
«Ένας πίνακας του Γκρέκο μόλις αποτελείωσε πήρε φωτιά,
από φταίξιμο ενός υπηρέτη και κάηκε ολότελα.
Δεν έμεινε παρά στάχτη.
Η στάχτη τού πίνακα που υπήρξε,
που συντελέστηκε και αντιφέγγισε δειλινή ώρα,
καθώς λαμπάδιασε,
έτσι που τον φύσαγε το αγέρι από το ανοιχτό παράθυρο,
τον ευωδίαζε το αγιόκλημα της αυλής.
Δεν υπάρχει τώρα για να τον δούμε,
μα υπήρξε τελειωμένος κι ολοζώντανος.
Υπήρξε,
έστω για ένα δευτερόλεπτο,
που είναι ένα τίποτε για την αιωνιότητα.
Ο ηθοποιός,
κι αν δεν αφήνει έργο απτό,
αν και χάνεται και ξεχνιέται από τους κατοπινούς,
ζει,
γιατί ενσωματώθηκε φορές και φορές σε μύριες όσες ποικίλες μορφές που ζωντάνεψε στη σκηνή,
και του έγιναν βιώματα ψυχικά και γι’ αυτό αθάνατα.
Και θεατές καθόλου να μην είχε,
πάντα έχει μάρτυρα τής κάθε ποιητικής του μεταμόρφωσης, την ψυχή του.»
Το ποίημα ξεκινά με την καταστροφική εικόνα ενός πίνακα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (γνωστού ως Ελ Γκρέκο) που κάηκε ολοκληρωτικά λόγω της αμέλειας ενός υπηρέτη. Η αναφορά στον Γκρέκο δεν είναι τυχαία – ο Κρητικός ζωγράφος (1541-1614) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εικαστικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών, γνωστός για τα έντονα χρώματα και την εξπρεσιονιστική του τεχνοτροπία. Το γεγονός ότι ένα από τα έργα του χάθηκε σε φωτιά είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, δεδομένου ότι πολλά από τα έργα του έχουν επιβιώσει αιώνες και σήμερα εκτιμώνται σε εκατομμύρια ευρώ.
Η φωτιά που καταστρέφει τον πίνακα μετατρέπεται σε ποιητική εικόνα: «Η στάχτη τού πίνακα […] αντιφέγγισε δειλινή ώρα». Αυτή η εικόνα θυμίζει τα θρησκευτικά θέματα που απεικόνιζε συχνά ο Γκρέκο, όπως η Σταύρωση ή ο Χριστός φέρων τον Σταυρό, όπου το φως και η φωτιά συμβολίζουν την πνευματική φωτεινότητα. Η ευωδία του αγιοκλήματος που αναφέρεται στο ποίημα μπορεί να ερμηνευθεί ως η πνευματική κληρονομιά που αφήνει ο πίνακας, παρόλο που υλικά έχει εξαφανιστεί.
Το ποίημα υπογραμμίζει ότι ο πίνακας «υπήρξε τελειωμένος κι ολοζώντανος», μια αναφορά στην ολοκλήρωση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας πριν την καταστροφή. Αυτό μας θυμίζει ότι η αξία της τέχνης δεν κρίνεται μόνο από τη διαρκή φυσική της παρουσία, αλλά και από την πληρότητα της στιγμής δημιουργίας. Όπως πολλά έργα του Γκρέκο που έχουν χαθεί ή καταστραφεί κατά τους αιώνες, η απουσία τους δεν αναιρεί την ύπαρξή τους ούτε την επίδρασή τους σε όσους τα είδαν.
Σε αντίθεση με τον πίνακα που καταστράφηκε, ο ηθοποιός που περιγράφεται στο δεύτερο μέρος του ποιήματος δεν αφήνει «έργο απτό», αλλά ζει μέσα από τις αμέτρητες μορφές που ενσάρκωσε στη σκηνή. Αυτή η εικόνα θυμίζει τη δράση του μεγάλου Έλληνα ηθοποιού και σκηνοθέτη Αλέξη Μινωτή (1898-1990), στον οποίο αναφέρεται στο τέλος του ποιήματος. Ο Μινωτής, που γεννήθηκε πριν από 125 χρόνια (το 1898), ήταν γνωστός για τις ερμηνείες του σε αρχαία ελληνικά δράματα και έργα του Σαίξπηρ.
Η σύγκριση μεταξύ του εφήμερου αλλά αθάνατου ηθοποιού και του μόνιμου αλλά κατεστραμμένου πίνακα είναι εντυπωσιακή. Ο ηθοποιός, παρόλο που δεν αφήνει υλικό έργο, ζει μέσα από τις «μύριες όσες ποικίλες μορφές» που ενσάρκωσε – μια αναφορά στις αμέτρητες ρόλους που υποδύθηκε ένας καλλιτέχνης όπως ο Μινωτής. Αυτές οι εμπειρίες γίνονται «βιώματα ψυχικά και γι’ αυτό αθάνατα», υπογραμμίζοντας ότι η τέχνη της υποκριτικής υπάρχει πέρα από τη φυσική παρουσία του καλλιτέχνη.
Το ποίημα κλείνει με την ιδέα ότι ακόμα κι αν ο ηθοποιός δεν είχε θεατές, θα είχε πάντα «μάρτυρα τής κάθε ποιητικής του μεταμόρφωσης, την ψυχή του». Αυτή η δήλωση θυμίζει τη φιλοσοφία πολλών καλλιτεχνών, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Γκρέκο, που υπέγραφε τα έργα του με βυζαντινούς χαρακτήρες ως «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο Κρης εποίει», διατηρώντας έτσι τη σύνδεση με την ταυτότητά του παρά τις πολιτισμικές μετακινήσεις του.
Το ποίημα δημιουργεί έναν διάλογο μεταξύ δύο μορφών τέχνης:
- Η εικαστική τέχνη (πίνακας):
– Υλική ύπαρξη
– Ευάλωτη σε φυσική καταστροφή
– Ολοκληρωμένη και αυτόνομη
– Αθάνατη στη στιγμή της δημιουργίας της
- Η θεατρική τέχνη (ηθοποιός):
– Άυλη φύση
– Ανεπίδεκτη φυσικής καταστροφής
– Εξαρτώμενη από την επανάληψη
– Αθάνατη μέσω της ψυχικής εμπειρίας
Και στις δύο περιπτώσεις, το ποίημα υπογραμμίζει ότι η αληθινή αθανασία της τέχνης βρίσκεται πέρα από τη φυσική της υπόσταση. Ο πίνακας ζει στη στιγμή που ολοκληρώθηκε, ο ηθοποιός ζει μέσα από τις μεταμορφώσεις του.
Ο Μινωτής, όπως και ο Γκρέκο, ανήκε σε μια παράδοση καλλιτεχνών που συνδύαζαν την ελληνική κληρονομιά με δυτικές επιρροές. Η αναφορά στον Γκρέκο και στον Μινωτή δημιουργεί μια γέφυρα μεταξύ εικαστικής και θεατρικής τέχνης, μεταξύ ανατολικής και δυτικής παράδοσης.
Το τελικό μήνυμα του ποιήματος είναι ότι η τέχνη, είτε ως υλικό αντικείμενο είτε ως απόδοση, υπερβαίνει τους φυσικούς περιορισμούς της ύπαρξής της. Ο πίνακας που κάηκε συνεχίζει να υπάρχει ως ιδέα και ως εμπειρία, ο ηθοποιός που «χάνεται και ξεχνιέται» ζει μέσα από τις μεταμορφώσεις του. Και στις δύο περιπτώσεις, η αθανασία της τέχνης εξαρτάται όχι από τη διατήρηση της υλικής της μορφής, αλλά από την ικανότητά της να αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή.
Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία μας επιτρέπει να διατηρούμε αντίγραφα και εικόνες ολόκληρων πολιτισμών, αυτό το ποίημα μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή αξία της τέχνης βρίσκεται στην άυλη, ανθρώπινη εμπειρία που δημιουργεί – μια αλήθεια που τόσο ο Γκρέκο όσο και ο Μινωτής κατάλαβαν βαθιά και εξέφρασαν μέσω των αντίστοιχων τεχνών τους.
Μιχάλης Γρηγορίου