Η Τέχνη της Σοφίας και της Ευγνωμοσύνης
Η ικανότητα της ευγνωμοσύνης δεν είναι απλώς μια συναισθηματική αντίδραση, είναι μια εσωτερική στάση που μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Η ευγνωμοσύνη λειτουργεί ως πράξη συνειδητοποίησης, μας καλεί να δούμε το αόρατο, να αναγνωρίσουμε το δεδομένο, να φωτίσουμε το ταπεινό και το καθημερινό με την ίδια προσοχή που δίνουμε στο εξαιρετικό.
Στον πυρήνα της, η ευγνωμοσύνη είναι μια μορφή σοφίας. Ο Σενέκας έγραφε: «Δεν ευτυχεί όποιος έχει πολλά, αλλά όποιος μπορεί να ευγνωμονεί για όσα έχει». Η παρατήρηση αυτή δεν εκφράζει μόνο στωική εγκράτεια, αλλά μια βαθύτερη κατανόηση, ότι η πληρότητα δεν είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης, αλλά προσανατολισμού της προσοχής σε αυτό που ήδη υπάρχει.
Ο Μάρκος Αυρήλιος συμβουλεύει στις Εξομολογήσεις του να «στρέφουμε το βλέμμα μας σε ό,τι καλό υπάρχει ακόμα και στο πιο μικρό από τα πράγματα». Αυτή η προτροπή δεν είναι άσκηση αφελούς αισιοδοξίας. Είναι άσκηση επαναφοράς της συνείδησης σε μια ισορροπία, να βλέπουμε τα δώρα που συχνά επισκιάζονται από τις απαιτήσεις και τις αγωνίες της καθημερινότητας.
Η ευγνωμοσύνη, ως τέτοια, δεν είναι παθητική. Απαιτεί προσπάθεια, επιμέλεια και καλλιέργεια. Ο Επίκτητος το σημειώνει καθαρά: «Δεν είναι τα πράγματα που μας ταράζουν, αλλά η γνώμη μας για αυτά». Αν η γνώμη μας μπορεί να μας ταράξει, τότε μπορεί και να μας ανακουφίσει, η ευγνωμοσύνη είναι εκείνη η στροφή της σκέψης που μας επιτρέπει να δούμε την πραγματικότητα μέσα από την προοπτική της επάρκειας και της αποδοχής.
Για πολλούς φιλοσόφους, η ευγνωμοσύνη δεν αφορά μόνο το εσωτερικό μας βίωμα, αλλά και το ηθικό πλέγμα των σχέσεων. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αχαριστία μια μορφή αστοχίας της ψυχής, διότι σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει αποκοπεί από την ικανότητα να αναγνωρίζει το καλό που έλαβε. Η ευγνωμοσύνη, επομένως, δεν είναι μόνο συναισθηματική ποιότητα, αλλά και κοινωνική αρετή που συγκρατεί τους δεσμούς, μαλακώνει τις αντιθέσεις, ευθυγραμμίζει το άτομο με το κοινό όφελος.
Στον σύγχρονο στοχασμό, ο Άλμπερτ Σβάιτσερ έχει διατυπώσει μια απλή αλλά δυνατή παρατήρηση: «Ο καθένας μας έχει κάτι για το οποίο μπορεί να νιώθει ευγνωμοσύνη, ακόμη κι αν δεν το βλέπει αμέσως». Η φράση αυτή υπογραμμίζει μια σημαντική αλήθεια, η ευγνωμοσύνη δεν εξαρτάται από εξωτερικές περιστάσεις, αλλά από την προθυμία να ψάξουμε για το φως μέσα στις σκιές.
Η ευγνωμοσύνη λειτουργεί ως άσκηση ταπεινότητας. Μας υπενθυμίζει ότι δεν πορευόμαστε μόνοι, ότι όσα επιτύχαμε είναι συχνά αποτέλεσμα στιγμών, ανθρώπων, συγκυριών, και γεγονότων που υπερέχουν της δικής μας βούλησης. Μας συνδέει με κάτι μεγαλύτερο από εμάς.
Παραδόξως, η ευγνωμοσύνη δεν περιορίζει αλλά ελευθερώνει. Όπως σημειώνει ο Νίτσε: «Η ευγνωμοσύνη είναι η πιο εκλεπτυσμένη μορφή ηρωισμού». Η παρατήρηση αυτή δείχνει ότι η ευγνωμοσύνη δεν είναι αδυναμία, ούτε υποταγή, αλλά δύναμη αναγνώρισης, η ικανότητα να τιμάς το δώρο χωρίς να χάνεις την αυτονομία σου.
Μέσα από την ευγνωμοσύνη, ο άνθρωπος επανακτά τον έλεγχο της προοπτικής του. Αντί να αφήνεται στο άγχος της ανεπάρκειας, αναγνωρίζει το παρόν ως επαρκές. Αντί να παλεύει με την έλλειψη, συμφιλιώνεται με τη ροή της ζωής.
Η ευγνωμοσύνη δεν είναι συναίσθημα της στιγμής, αλλά τέχνη ζωής.
Είναι η ικανότητα:
να βλέπουμε τη σιωπηλή προσφορά του κόσμου,
να εκτιμούμε το άυλο,
να δίνουμε χώρο στο θαύμα της απλότητας,
να αναγνωρίζουμε ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο.
Στο τέλος, η ευγνωμοσύνη λειτουργεί ως εσωτερικό φως. Φωτίζει όχι μόνο όσα έχουμε, αλλά και αυτό που είμαστε. Και μας διδάσκει ότι, ακόμη και μέσα στη δυσκολία, υπάρχει πάντα κάτι που μπορούμε να κοιτάξουμε με ευγνωμοσύνη όπως θα έλεγε ο Σενέκας, «το ίδιο το γεγονός ότι ζούμε σήμερα».
Μιχάλης Γρηγορίου