Γιατί το Νέο Κατοικεί Εκεί που Φοβόμαστε να Κατέβουμε

Γιατί το Νέο Κατοικεί Εκεί που Φοβόμαστε να Κατέβουμε

Υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία στον σύγχρονο άνθρωπο, να αναζητά τη θεραπεία χωρίς να διακινδυνεύει τον εαυτό του. Να θέλει το «νέο», αλλά μόνο εφόσον δεν διαταράσσει υπερβολικά το παλιό. Κι όμως, κάθε ουσιαστική ιστορική, υπαρξιακή ή πνευματική τομή μαρτυρά το αντίθετο, το αντίδοτο δεν βρίσκεται στην ασφάλεια, αλλά στην έκθεση. Όχι στο γνώριμο, αλλά στο Άγνωστο. Και το Άγνωστο δεν ανοίγεται παρά μόνο ως άβυσσος.

Ο Κίρκεγκορ ονόμασε αυτή τη στιγμή «αγωνία», όχι φόβο για κάτι συγκεκριμένο, αλλά ίλιγγο μπροστά στην ελευθερία. «Η αγωνία είναι η ζάλη της ελευθερίας», γράφει. Είναι η εμπειρία εκείνη όπου συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δεν μας εγγυάται το έδαφος κάτω από τα πόδια μας. Κι όμως, χωρίς αυτή τη ζάλη, καμία νέα δυνατότητα δεν μπορεί να αναδυθεί. Το νέο γεννιέται μόνο εκεί όπου το παλιό παύει να μας προστατεύει.

Γι’ αυτό και, ενώ γνωρίζουμε ότι ο έρωτας, τα βιβλία και τα ταξίδια μας οδηγούν στην άβυσσο, συνεχίζουμε να τα επιδιώκουμε. Όχι επειδή αγνοούμε τον κίνδυνο, αλλά επειδή διαισθανόμαστε ότι μόνο εκεί μπορεί να βρεθεί το αντίδοτο. Ο έρωτας μάς αποσυντονίζει, τα βιβλία μάς αποδομούν, τα ταξίδια μάς αποκεντρώνουν. Και όλα μαζί μας αφαιρούν την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας.

Ο Πλάτων είχε ήδη συλλάβει τον έρωτα όχι ως αρμονία, αλλά ως έλλειψη. Στο Συμπόσιο, ο Έρως δεν είναι θεός, αλλά δαίμων, μια οντότητα μετέωρη ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια, στην πληρότητα και τη στέρηση. Ο έρωτας δεν θεραπεύει επειδή μας γαληνεύει, αλλά επειδή μας αναγκάζει να κινηθούμε. Να εξέλθουμε από τον εαυτό μας. Και κάθε έξοδος είναι ένα μικρό άλμα στο κενό.

Τα βιβλία, με τη σειρά τους, δεν είναι καταφύγια αλλά ρήγματα. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έλεγε ότι «η αλήθεια δεν είναι αποκάλυψη που καταστρέφει το μυστήριο, αλλά αποκάλυψη που το βαθαίνει». Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί δεν προσφέρει απαντήσεις, μετατοπίζει τις ερωτήσεις. Ο Κάφκα το διατύπωσε ωμά: «Χρειαζόμαστε βιβλία που να μας χτυπούν σαν συμφορά». Η ανάγνωση, όταν είναι αληθινή, μας σπρώχνει προς την άβυσσο της σκέψης, εκεί όπου οι βεβαιότητες διαλύονται και ο νους μένει εκτεθειμένος.

Και τα ταξίδια, εφόσον δεν περιορίζονται σε καταναλωτική φυγή, λειτουργούν ως φιλοσοφική άσκηση αποσταθεροποίησης. Ο Μονταίν έγραφε ότι «ο κόσμος είναι ένας καθρέφτης όπου βλέπουμε τον εαυτό μας παραμορφωμένο». Μακριά από το οικείο, χάνουμε τον εαυτό που νομίζαμε ότι είμαστε. Ο δρόμος, όπως σημείωνε ο Μπρους Τσάτουιν, δεν είναι απλώς χώρος μετακίνησης αλλά τρόπος ύπαρξης, μια μόνιμη άρνηση της εγκατάστασης στο βέβαιο.

Όλα αυτά συγκλίνουν σε μια σκληρή διαπίστωση, η άβυσσος δεν είναι ατύχημα της αναζήτησης, αλλά ο τόπος της. Ο Νίτσε δεν μας προειδοποιεί απλώς για τον κίνδυνο όταν γράφει ότι «η άβυσσος κοιτάζει μέσα σου», μας υπενθυμίζει ότι η γνώση είναι αμφίδρομη. Δεν εξερευνούμε το Άγνωστο χωρίς να μας μεταμορφώσει. Και η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι ποτέ ανώδυνη.

Ο Χάιντεγκερ μίλησε για την εμπειρία της αγωνίας ως το σημείο όπου ο κόσμος «αποσύρεται» και το Είναι αποκαλύπτεται. Εκεί, στο κενό νοήματος, δεν βρίσκουμε παρηγοριά αλλά διαύγεια. Η άβυσσος, λοιπόν, δεν είναι μόνο τόπος απώλειας, είναι τόπος αποκάλυψης. Όχι επειδή μας δίνει νόημα, αλλά επειδή μας στερεί τα ψεύτικα νοήματα.

Ίσως, τελικά, το λάθος μας να είναι ότι αναζητούμε το αντίδοτο σαν τελικό προϊόν, σαν λύση. Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κίνηση, τη συνεχή διάθεση να κατεβαίνουμε εκεί όπου δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας. Το «νέο» δεν είναι κάτι που βρίσκουμε, είναι κάτι που αντέχουμε να διακινδυνεύσουμε.

Γι’ αυτό συνεχίζουμε. Να ερωτευόμαστε, να διαβάζουμε, να ταξιδεύουμε. Όχι επειδή μας σώζουν, αλλά επειδή μας εκθέτουν. Και μόνο ό,τι εκτίθεται πραγματικά μπορεί, ίσως, να θεραπευτεί.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου