Από χειρόγραφο της Εύας Σικελιανού για τις πρώτες Δελφικές Εορτές (Μάιος του 1927)

Θέατρο Δελφών, θεατές και χορός των Ωκεανίδων από την παράσταση «Προμηθέας δεσμώτης» του Αισχύλου. Η φωτογραφία είναι της Nelly’s.

«Τα καράβια είχαν έρθει γιομάτα κόσμο. Και τα αυτοκίνητα ερχόντουσαν από την Αθήνα και την Ιτέα. Οι ξένοι ανταποκριτές είχαν φτάσει κι ο Σικελιανός ήταν μαζί τους. Την προηγούμενη είχαμε μια φοβερή μπόρα που είχε χαλάσει ένα μέρος από τη δοκιμή μας. Όλοι οι άλλοι είχαν χάσει το κέφι τους από τη δυνατή βροχή, αλλά ο Σικελιανός ήταν ατάραχος. “Ο καιρός” είπε “θα ‘ναι έκτακτος”. Και ήταν. Κατέβηκα στην έκθεση και καταγοητεύτηκα. Κάθε σπίτι από τις δυο πλευρές του δρόμου του χωριού ήταν γιομάτο από διάφορους όμορφους θησαυρούς, όλους καμωμένους από τους χωρικούς. Σε κάθε σπίτι μια ηλικιωμένη κυρία ήταν επικεφαλής και φορούσε το τοπικό κοστούμι της επαρχίας που αντιπροσώπευε, εκεί όπου είχαν ζήσει οι πρόγονοί της. Όλη η Ελλάδα ήταν μαζεμένη σ’ αυτή τη χειροτεχνική επίδειξη που έγινε από τέλειους τεχνίτες. Ένα όνειρο είχε πραγματοποιηθεί».

«Αλλά γυρίζοντας σπίτι, μόλις και κατόρθωσα να αναρριχηθώ στο λόφο προς την αετοφωλιά μας. Πώς, λοιπόν, τα πόδια μου θα μπορούσαν να με σύρουν ως το θέατρο; Και πώς θα έντυνα όλες τις Ωκεανίδες μου; Όλα ήταν έτοιμα, αλλά ήταν απίστευτα δύσκολο να πας από κάτω από τη σκηνή στο ακροατήριο. Σα σε όνειρο παρακολουθούσα τον “Προμηθέα”. Το Κράτος, η Βία και ο Ήφαιστος ήταν καλοί. Και μιλούσαν καλά. Και άρεσαν στο ακροατήριο. Αλλά να που κι οι Ωκεανίδες μου προχώρησαν κι αμέσως ένιωσα σα να ζωντάνευαν. Εκινούντο με απόλυτη άνεση κι ήταν απόλυτα ωραίες. Ήμουνα πανευτυχής. Το μεγάλο κοινό ήταν με το Χορό. Καταλάβαινα πως ήμουνα πραγματικά στο κατώφλι του ελληνικού δράματος. Έπειτα τα τηλεγραφικά σύρματα βούιζαν συνεχώς. Τα πρώτα νέα περνούσαν στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα. Όλη κείνη τη νύχτα η Αθήνα ήταν σε διαρκή υπερδιέγερση».

«Την επομένη μέρα τα μαγαζιά ήταν κλειστά κι ο κόσμος φιλιόνταν στους δρόμους, όπως συνηθίζουν για τη Λαμπρή. Όλη η Ελλάδα είχε ξυπνήσει. Και τα νέα εξακολουθούσαν να καταφθάνουν από τους Δελφούς. Ύστερα από τις πρώτες σύντομες σημειώσεις, οι εκτενείς περιγραφές. “Το δράμα”, έλεγαν, ξαναζεί στη γνήσια γη της γέννησής του. Και οι Έλληνες ανταποκριτές ήταν θαυμάσιοι. “Πήγαν να περιπαίξουν κι έμειναν να προσευχηθούν. Επί μήνες οι ελληνικές εφημερίδες σε ολόκληρες σελίδες δεν είχαν τίποτα άλλο από το φεστιβάλ. Και μου είπαν, πολύ αργότερα, πως το κοινό δεν ήθελε άλλα νέα».

Μιχάλης Γρηγορίου