Ο χρόνος και ο τρόπος που τον ζούμε

Ο χρόνος και ο τρόπος που τον ζούμε

«Ο χρόνος δεν μας ανήκει, μας ανήκει μόνο ο τρόπος που τον ζούμε». Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια από τις βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο χρόνος ρέει αδιάκοπα, αδιάφορος προς τις επιθυμίες, τους φόβους και τα σχέδιά μας. Δεν μπορούμε να τον σταματήσουμε, να τον αποθηκεύσουμε ή να τον ανακτήσουμε. Εκείνο όμως που μπορούμε, και ίσως οφείλουμε, είναι να αποφασίσουμε πώς θα υπάρξουμε μέσα σε αυτόν.

Ο Ηράκλειτος διατύπωσε με απαράμιλλη διαύγεια τη ρευστότητα της πραγματικότητας: «Τα πάντα ρει». Ο χρόνος, όπως και το ποτάμι στο οποίο δεν μπορούμε να μπούμε δύο φορές, δεν μας προσφέρεται ως κτήμα αλλά ως διαρκές γίγνεσθαι. Μέσα σε αυτή τη ροή, ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος του χρόνου, αλλά συνοδοιπόρος του. Η ψευδαίσθηση της κυριαρχίας, ότι «έχουμε» χρόνο, συχνά μας οδηγεί σε αναβολή, σε σπατάλη, σε μια ζωή που ζει περισσότερο στο αύριο παρά στο παρόν.

Ο Σενέκας, στο έργο του De Brevitate Vitae, προειδοποιεί: «Non exiguum temporis habemus, sed multum perdidimus» («Δεν έχουμε λίγο χρόνο, αλλά χάνουμε πολύ»). Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά την ποσότητα του χρόνου, αλλά τη χρήση του. Ο χρόνος δεν είναι φτωχός, εμείς είμαστε άσωτοι. Σπαταλούμε τις στιγμές μας σε μέριμνες που δεν μας ανήκουν, σε φιλοδοξίες που μας αποξενώνουν από τον εαυτό μας, σε θορύβους που καλύπτουν τη φωνή της συνείδησης.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, στο Είναι και Χρόνος, συνδέει τον χρόνο με την ίδια τη δομή της ύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι ένα «ον-προς-θάνατον», και ακριβώς αυτή η περατότητα προσδίδει νόημα στον χρόνο του. Ο χρόνος δεν είναι απλώς ένα ουδέτερο μέτρο, αλλά το πεδίο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται η αυθεντικότητα ή η αν-αυθεντικότητα της ζωής μας. Όταν ζούμε μηχανικά, σύμφωνα με τις επιταγές του «κανείς», αφήνουμε τον χρόνο να μας παρασύρει. Όταν όμως αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ύπαρξής μας, ο τρόπος που ζούμε τον χρόνο μετατρέπεται σε πράξη ελευθερίας.

Αντίστοιχα, ο Ανρί Μπεργκσόν διαχώρισε τον μετρήσιμο, εξωτερικό χρόνο από τη «διάρκεια» (durée), τον εσωτερικό, βιωμένο χρόνο. Η διάρκεια δεν τεμαχίζεται σε λεπτά και ώρες, είναι ποιότητα, όχι ποσότητα. Μια στιγμή αγάπης, στοχασμού ή δημιουργίας μπορεί να περιέχει περισσότερο «χρόνο» από χρόνια αδράνειας. Έτσι, ο τρόπος που ζούμε τον χρόνο δεν εξαρτάται από το ρολόι, αλλά από την ένταση και το βάθος της εμπειρίας.

Ο Επίκουρος, από μια διαφορετική οπτική, μας προτρέπει να απελευθερωθούμε από τον φόβο του μέλλοντος και την τυραννία του παρελθόντος. «Γεννηθήκαμε μια φορά, δεν μπορούμε να γεννηθούμε δεύτερη», σημειώνει, υπογραμμίζοντας την αξία του παρόντος. Το παρόν είναι το μόνο σημείο όπου ο χρόνος γίνεται ζωή. Όταν το διαφεύγουμε, κυνηγώντας ένα αβέβαιο αύριο, χάνουμε το μόνο που πραγματικά μας ανήκει, τη συνειδητή εμπειρία του τώρα.

Ο Μπλεζ Πασκάλ παρατηρεί με οξυδέρκεια: «Δεν ζούμε ποτέ, αλλά ελπίζουμε να ζήσουμε, και καθώς προετοιμαζόμαστε πάντοτε να είμαστε ευτυχισμένοι, είναι αναπόφευκτο να μην είμαστε ποτέ». Η σκέψη αυτή φωτίζει τη διαρκή μας φυγή από το παρόν. Ο χρόνος χάνεται όχι επειδή είναι λίγος, αλλά επειδή τον αναβάλλουμε, τον μεταθέτουμε σε ένα μέλλον που σπάνια γίνεται παρόν.

Ο Άγιος Αυγουστίνος, στις Εξομολογήσεις, διατυπώνει ένα από τα πιο διάσημα φιλοσοφικά παράδοξα για τον χρόνο: «Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Αν δεν με ρωτήσει κανείς, το ξέρω, αν προσπαθήσω να το εξηγήσω σε αυτόν που ρωτά, δεν το ξέρω». Για τον Αυγουστίνο, ο χρόνος δεν υπάρχει αντικειμενικά έξω από τον άνθρωπο, αλλά βιώνεται μέσα στην ψυχή ως μνήμη, προσοχή και προσδοκία. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον συνυπάρχουν ως εσωτερικές καταστάσεις, και έτσι ο τρόπος που ζούμε τον χρόνο ταυτίζεται με τον τρόπο που συγκροτούμε τον εαυτό μας.

Ο Φρίντριχ Νίτσε, από την πλευρά του, μας καλεί να αναμετρηθούμε με τον χρόνο μέσα από την ιδέα της «αιώνιας επιστροφής». Αν κάθε στιγμή επρόκειτο να επαναληφθεί άπειρες φορές, θα την επιλέγαμε όπως τη ζούμε τώρα; Το ερώτημα αυτό δεν αφορά τη μεταφυσική του χρόνου, αλλά την αξία της ζωής μας. Μια ζωή που βιώνεται παθητικά βαραίνει αφόρητα, μια ζωή όμως που λέει «ναι» στον εαυτό της μετατρέπει κάθε στιγμή σε κάτι άξιο επανάληψης.

Ο Σαίρεν Κίρκεγκορ, πατέρας της υπαρξιακής σκέψης, αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως πεδίο αγωνίας και επιλογής. «Η αγωνία είναι η ζάλη της ελευθερίας», γράφει, υποδηλώνοντας ότι κάθε παρόν μάς φέρνει αντιμέτωπους με τη δυνατότητα να επιλέξουμε τον εαυτό μας. Ο χρόνος, έτσι, δεν είναι ουδέτερος, είναι το βάρος της απόφασης. Ζώντας μη αποφασιστικά, αφήνουμε τον χρόνο να περνά πάνω μας, ζώντας με επίγνωση, τον μετατρέπουμε σε υπαρξιακή πράξη.

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ συνεχίζει αυτή τη σκέψη, τονίζοντας ότι ο άνθρωπος είναι «καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Ο χρόνος δεν μας προσφέρει έτοιμο νόημα, το νόημα γεννιέται από τις πράξεις μας μέσα σε αυτόν. Κάθε στιγμή είναι ένα άνοιγμα προς το μέλλον, μια ευθύνη που δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Όταν αποποιούμαστε αυτή την ευθύνη, ζούμε σε κακή πίστη, αφήνοντας τον χρόνο να κυλά χωρίς προσωπικό αποτύπωμα.

Ο Αλμπέρ Καμύ, τέλος, αντιμετωπίζει τον χρόνο μέσα από το παράλογο της ύπαρξης. Στον Μύθο του Σισύφου γράφει ότι ο αγώνας καθαυτός αρκεί για να γεμίσει την καρδιά του ανθρώπου. Ακόμη κι αν ο χρόνος οδηγεί αναπόφευκτα στο τέλος, η συνειδητή εξέγερση απέναντι στο παράλογο, η απόφαση να ζήσουμε με αξιοπρέπεια και ένταση, μεταμορφώνει τη φθορά του χρόνου σε εμπειρία νοήματος.

Τελικά, αν ο χρόνος δεν μας ανήκει, τότε η ευθύνη μας δεν είναι να τον ελέγξουμε, αλλά να τον τιμήσουμε. Ο τρόπος που τον ζούμε αποκαλύπτει ποιοι είμαστε και τι θεωρούμε σημαντικό. Κάθε στιγμή αποτελεί μια σιωπηρή ερώτηση. Θα τη ζήσω επιφανειακά ή ουσιαστικά; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν αλλάζει τη ροή του χρόνου, αλλά μεταμορφώνει τη ζωή που κυλά μέσα του.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου