Η Τέχνη του να Ακούμε. Από τη Σιωπή στη Σοφία

Η Τέχνη του να Ακούμε. Από τη Σιωπή στη Σοφία

«Μου αρέσει να ακούω… Έμαθα πολλά ακούγοντας προσεκτικά… Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ακούνε ποτέ.»  Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Η ρήση αυτή του Χέμινγουεϊ, φαινομενικά απλή, ανοίγει έναν βαθύ στοχαστικό ορίζοντα γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη σχέση της με τη γνώση, την επικοινωνία και τον εαυτό. Στον πυρήνα της βρίσκεται η τέχνη της ακρόασης, μια αρετή σπάνια και σιωπηλή, που αποτελεί ίσως το θεμέλιο κάθε αληθινής σοφίας.

 

Από την αρχαιότητα ακόμη, οι φιλόσοφοι αναγνώρισαν τη σημασία της σιωπής και της ακρόασης. Ο Σωκράτης υπενθύμιζε ότι «έχομεν δύο ώτα και ένα στόμα, διά να ακούμε περισσότερο και να μιλούμε λιγότερο», προτρέποντας σε μια στάση ταπεινότητας απέναντι στη γνώση. Ο Πλάτων, μέσα από τους Διαλόγους του, δείχνει πως η κατανόηση δεν προέρχεται από την επιβολή του λόγου, αλλά από την προσεκτική συμμετοχή σε μια συνομιλία όπου η αλήθεια αναδύεται μέσα από την ακρόαση και τη στοχαστική σιωπή.

Η σιωπή, για τον φιλόσοφο, δεν είναι παθητικότητα, είναι πνευματική εγρήγορση. Είναι η εσωτερική ησυχία που επιτρέπει να ακουστεί η φωνή του λόγου, της αλήθειας, ακόμη και του ίδιου του εαυτού. Ο Ηράκλειτος τόνιζε ότι «οὐκ ἐμοῦ ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντες σοφοί ἂν εἶεν», δηλαδή, σοφός δεν είναι εκείνος που μιλά, αλλά εκείνος που ακούει τον λόγο του κόσμου, την εσωτερική αρμονία των πραγμάτων.

 

Το να ακούς δεν είναι απλώς μια πράξη προσοχής, αλλά μια πράξη ηθική. Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια τονίζει τη σημασία της μεσότητας, της ισορροπίας ανάμεσα στη φλυαρία και στη σιωπή που πηγάζει από αδιαφορία. Η γνήσια ακρόαση προϋποθέτει σεβασμό, ενσυναίσθηση και αυτοπειθαρχία, απαιτεί να βάλουμε τον εαυτό μας σε δεύτερο πλάνο, να εγκαταλείψουμε τη ματαιοδοξία του να έχουμε πάντοτε δίκιο.

Ο Νίτσε, αιώνες αργότερα, θα γράψει: «Όποιος δεν μπορεί να σωπάσει, δεν μπορεί και να ακούσει». Για τον Νίτσε, η ακρόαση είναι μορφή υπερβάσεως του εγώ, μόνο όταν ο άνθρωπος παύει να θορυβεί με τις δικές του βεβαιότητες, μπορεί να δεχθεί τη φωνή της ζωής, του πόνου και της δημιουργίας. Η σιωπή γίνεται έτσι χώρος μεταμόρφωσης.

 

Ο Εμμανουέλ Λεβινάς, στοχαστής του 20ού αιώνα, επεσήμανε ότι η ηθική αρχίζει τη στιγμή που ακούμε τη φωνή του Άλλου. Η ακρόαση είναι μια πράξη αναγνώρισης της ετερότητας, της διαφορετικότητας που μας υπερβαίνει. Να ακούς σημαίνει να αποδέχεσαι ότι ο άλλος έχει λόγο ύπαρξης, ότι ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω από εμάς. Στον βαθμό που ακούμε, γινόμαστε λιγότερο μόνοι.

Και ο Μερλώ-Ποντύ, ο φιλόσοφος της φαινομενολογίας, τόνιζε ότι η ακρόαση είναι μια «βιωμένη εμπειρία του σώματος και του πνεύματος», δεν αφορά μόνο το αυτί, αλλά όλο το είναι. Μέσα από την ακρόαση συνδεόμαστε με τον κόσμο, με την ιστορία, με το βλέμμα του άλλου.

 

Η εποχή μας είναι ίσως η πιο θορυβώδης στην ανθρώπινη ιστορία. Ζούμε μέσα σε συνεχή πληροφορία, εικόνες, ήχους, γνώμες. Όλοι μιλούν, λίγοι κατανοούν. Ο Καμύ, στοχαστής της σιωπής και της απορίας, έγραψε ότι «η σιωπή είναι η πιο δυνατή κραυγή της ψυχής». Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι φωνάζουν για να ακουστούν, ο στοχαστής επιλέγει να σωπάσει, για να ακούσει το ουσιώδες, τη φωνή της συνείδησης, της φύσης, του Άλλου.

Η αδυναμία μας να ακούμε μάς απομακρύνει από την κατανόηση και τελικά από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όποιος δεν ακούει, δεν μπορεί να γνωρίσει. Κι όποιος δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να αγαπήσει. Ο Νίτσε θα το εκφράσει με οξύτητα: «Η ψυχή γίνεται βαθιά μόνο όταν μαθαίνει να ακούει.»

 

Η τέχνη του να ακούμε είναι, τελικά, η τέχνη του να υπάρχουμε. Ο Χέμινγουεϊ, μέσα από τη δική του στοχαστική απλότητα, μας θυμίζει πως η σοφία δεν βρίσκεται στην πληθώρα των λόγων, αλλά στη δεκτικότητα της σιωπής. Ο Σωκράτης, ο Νίτσε, ο Καμύ, όλοι συμφωνούν σ’ ένα σημείο: ο δρόμος προς τη γνώση περνά μέσα από την ταπεινή αποδοχή ότι δεν τα γνωρίζουμε όλα.

Η ακρόαση δεν είναι παθητικότητα· είναι μια μορφή αγάπης και συμμετοχής στον κόσμο. Όποιος ακούει προσεκτικά, ακούει τη ζωή να ανασαίνει μέσα στα λόγια, στις σιωπές και στις αποχρώσεις των άλλων. Στη σιωπή του ακροατή γεννιέται η αλήθεια του ανθρώπου.

Και ίσως, τελικά, η σπουδαιότερη μορφή σοφίας να είναι αυτή που διατυπώνει χωρίς να μιλά, γιατί ο πραγματικά σοφός δεν επιδιώκει να ακουστεί, αλλά να κατανοήσει.

Μιχάλης Γρηγορίου

Μιχάλης Γρηγορίου